Έρμα Βασιλείου, Φως και νόημα

Senecio-1922

Η μαστίχα, δάκρυ του δέντρου
το δροσερό χαλάζι, δάκρυ τ’ ουρανού
και τ’ ορυκτό αλάτι, το δάκρυ γης

στάξαν βροχή στης σκέψης το τετράδιο
τα κέρματα του χρόνου…

αργά τα έργα
γράμματά μου

είναι μια μέρα η χθεσινή και η σήμερον

είναι περίπου δυο χαράματα
ή νύχτα
ή κάματος,
η νύχτα κάματος

η Μούσα καρτερεί στην πόρτα
δεν μιλάει ποτέ
μαζεύει ύπνο σε λεκάνη με όνειρα

είναι δυο και πέντε
μου χρωστάς της λέω
τα όνειρα που παίρνεις

οι ρίζες των σκέψεων δεμένες σ’ ένα σύννεφο, πιάσαν τον σίφουνα
να κλέβει στο τρέξιμο

όλα φαίνονται ίδια στο στίβο

εκτός από τα χείλη σου
που ζωγραφίζονται στα πλήκτρα σε κομμάτια
μωσαϊκών
με ειδικές ταυτότητες χρωμάτων

χθες μετέφραζα Ντυπέν
γλυκέ μου
δεν είναι άδικο να μένεις για μένα
με μένα στο πόδι;
ροχαλίζει στο ζεστό του θρόνο ο ποιητής
κι η Μούσα άγρυπνη πετάει το σάλι μου
σε κυρτούς κι ανίκητους στίχους

δεν κρυώνει τίποτε στο κρύο δωμάτιο
ζεσταίνονται όλα τα φωνήεντα

συμφώνησαν μόλις τώρα και τ’ ασύμφωνα

ο χείμαρρος κατεβαίνει με ήχο
σε απολυτίκιο γραφής

η ώρα πάει, δεν ξέρω πού πάει
ξέρω μόνο πως δεν μένει ποτέ
όσα παρακάλια κι αν της κάνω

ο σίφουνας δεν με κατέστρεψε σήμερα
το σπίτι μου είναι γερό ακόμα
άδειο μα γερό

το χαμόγελό σου μοιάζει με εναρκτήρια παρέλαση

έξω χειμώνιασε πάλι
ενώ κρατώ την άνοιξη από τώρα να σου δώσω
σ’ ένα φλιτζάνι που έχει απ’ έξω το όνομά σου

μοιράζονται οι περιουσίες μου στους φτωχούς
απόψε κιόλας
το χέρι του Ιησού στο Ρίο
το χέρι του Ιησού στο παρεκκλήσι του Άι-Πέτρου

το χέρι σου κάτω από το γυμνό μου στήθος
άγιο κι αυτό ζωγραφιστό από τη μοίρα
μένει στην κούπα του καρπού
κι εσύ ο μόνος πιστός προσκυνητής
της πηγής μου

όλα παρακαλούν να μείνω αμόλυντη
σεμνή και πεινασμένη
η ώρα είναι μία και σαράντα ένα
πώς πήγε πίσω δεν ξέρω
πώς επιστρέφουν όλα πίσω, δεν ξέρω
ξέρω μόνο πως πρέπει
να ‘ρθεις
να κατοικήσεις στο φως
που περιβάλει το νόημα

*Από τη συλλογή “Pain Perdu”, 2013

Leave a comment