Πιέρ Πάολο Παζολίνι, Θεώρημα

teorema+4

Οι πρώτοι που αγαπά κανείς
είναι οι ποιητές και οι ζωγράφοι της προηγούμενης γενιάς
ή της αρχής του αιώνα. παίρνουν
στην καρδιά μας τη θέση των πατέρων μας, μένοντας όμως
νέοι, όπως στις κιτρινισμένες φωτογραφίες τους.
Ποιητές και ζωγράφοι που δεν είχαν για ντροπή τους το να είναι αστοί…
παιδιά ντυμένα με αλπακά και καπέλα
ή φτωχικές γραβάτες που μυρίζουν εξέγερση και μητέρα.
Ποιητές και ζωγράφοι που θα γινόντουσαν διάσημοι
στα μισά του αιώνα,
ο καθένας με μερικούς φίλους άγνωστους μεγάλης αξίας,
αλλά που, ίσως από φόβο, απροσάρμοστους στην ποίηση.
( Ποιητές αληθινούς, νέκρους έξω απ’ το χρόνο)
Λιθόστρωτα της Βιέννης ή του Βιαρέτζιο! Όχθες
της Φλωρεντίας, ή του Παρισιού!
Που αντηχούν από τα πόδια αυτών των παιδιών
που φορούν χοντρά παπούτσια
Ο άνεμος της ανυπακοής μυρίζει κυκλάμινο
στις πόλεις κάτω από τα πόδια των νεαρών ποιητών!
Οι νεαροί ποιητές που συζητούν
έπειτα από ένα άγριο μεθύσι μπύρας,
σαν ανεξάρτητοι αστοί,
-ατμομηχανές εγκαταλειμμένες αλλά ζεστές
αναγκασμένες για κάμποσο καιρό να μείνουν στην ακινησία
και ν΄απολαύσουν την έλλειψη βιασύνης που έχουν τα νιάτα:
βέβαιαοι πως μπορούν ν’αλλάξουν το σάπιο κόσμο
μέ τέσσερις παθιασμένες λέξεις κι ένα βήμα εξέγερσης.
Οι μανάδες σαν μανάδες πουλιών
στα μικροαστικά σπίτια τους
ανακατεύουν το γιασεμί του αέρα
με τη σημασία που έχει το ιδιωτικό φως μιας οικογένειας
και η θέση του σε μια χώρα γεματη.
Έτσι οι νύχτες αντηχούν μόνο από τα βήματα των παιδιών
Η μελαγχολία έχει αμέτρητες κρυψώνες
αμέτρητες όπως τ’ αστρα,
στο Μιλάνο ή σε κάποια άλλη πόλη,
απ’ όπου μπορεί να φυσήξει τον άνεμό της
που μυρίζει σόμπα αναμένη.
Τα πεζοδρόμια τρέχουν κατά μήκος σπιτιών του εφτακόσια
σπίτια με πεσμένους σοβάδες και ιερά πεπρωμένα
( δρόμοι χωριού που έγινε βιομηχανική πολιτεία)
Με μια μακρινή μυρωδιά παγωμένων στάβλων της Ρώμης.
Έτσι οι νεαροί ποιητές αποκτούν εμπειρία της ζωής
Κι έχουν να πουν αυτά που λένε κι οι άλλοι,
οι νεαροί που δεν είναι ποιητές (κύριοι κι αυτοί
της ζωής τους και της αθωότητας)
με μανάδες που τραγουδούν
στα παράθυρα εσωτερικών αυλών
( βρωμερά πηγάδια στ’ αστέρια που δεν φαίνονται)
Που χάθηκαν αυτά τα βήματα!
Δεν φτάνει μια αυστηρή σελίδα φτιαγμένη από μνήμες,
όχι, δεν φτάνει -ίσως ο μόνος ποιητής μη ποιητής
ή ζωγράφος μη ζωγράφος
πεθαμένος πριν ή μετά από κάποιον πόλεμο
σε κάποια πόλη των μυθικών μετακινήσεων,
κρατάει δικές του τις νύχτες με αλήθεια.
Α, αυτά τα βήματα -των παιδιών
των καλυτέρων οικογενειών της πόλης ( αυτών
που ακολουθούν το πεπρώμένο του έθνους
όπως μια ορδή ζώων ακολουθεί τις οσμές
-αλόη, κανέλα, τευτλο, κυκλάμινο-
στην αποδημία της) αυτά τα βιώματα των ποιητών
με τους ζωγράφους φίλους τους πάνω στα λιθόστρωτα
μιλωντας μιλώντας…
Αν όμως αυτό είναι το σχήμα, η αλήθεια είναι διαφορετική
Ξανακάμε γιε, αυτούς τους γιους.
Έχε τη νοσταλγία τους στα δεκαέξι σου χρόνια.
Άρχιζε όμως να μαθαίνεις
πως κανείς δεν έκανε επαναστάσεις πριν από σένα
και πως οι γέροι ποιητές και οι ζωγράφοι, ή νεκροί,
παρα το φωτοστέφανο που εσύ τους δίνεις,
σου είναι άχρηστοι, δεν σου διδάσκουν τίποτα.
Απόλαυσε τις πρώτες σου αθώες εμπειρίες
δειλέ δυναμιτιστή, αφέντη των ελεύθερων νυχτών
αλλά θυμήσου πως βρίσκεσαι εδώ μόνο για να μισηθείς
για να ανατρέψεις και να σκοτώσεις.

*Πιέρ Πάολο Παζολίνι: Θεώρημα. Μετ. Γιάννης Λαμπιδώνης

Leave a comment