Όσιπ Μάντελσταμ, Tristia

463217531

Του χωρισμού την επιστήμη σπούδασα
Στα αλλοπαρμένα της νύχτας τα παράπονα
Τα βόδια αργοσαλεύουν  κι αναμονή μακραίνει
Την ύστατη ώρα των νυχτεριτών της πόλης
Τιμώ την τελετή του πετεινού της νύχτας
Την στιγμή που το βάρος της θλίψης ένιωσα
Με μάτια δακρυσμένα κοίταξα μακριά.

Ποιος άραγε μπορεί να πει η λέξη χωρισμός τι να σημαίνει
Ποιος αποχωρισμός μας περιμένει
Ποιες υποσχέσεις κρύβει του πετεινού η κραυγή
Την ώρα που στην ακρόπολη η φωτιά ανάβει
Και στην αυγή μιας νέας ζωής
Oταν το βόδι τραβάει την άμαξα και μασουλάει βαριεστημένα
Γιατί ο πετεινός, αυτός της νέας ζωής ο κήρυκας
Ανεβασμένος στα τείχη της πόλης
Χτυπά τις φτερούγες του;

Μ’ αρέσουν οι συνηθισμένες αγκράφες:
Ανεβοκατεβαίνει η σαΐτα, βουίζει το αδράχτι
Κοίτα, του κύκνου ένα φτερό να μας προϋπαντήσει έρχεται
Και η ξυπόλητη Ντέλια ήδη πετάει!
Ω, η ζωή μας έγινε και πάλι πληκτική
Η γλώσσα μας χαρά δεν ξέρει
Oλα είναι παλιά μα επαναλαμβάνονται ξανά
Πόσο γλυκιά είν’ η στιγμή την ώρα που τη νοσταλγώ.

Ας γίνει κι έτσι: φιγούρα διάφανη
Ξαπλωμένη σε πιάτο καθαρό
Σα γούνα σκίουρου
Σκυμμένη η κόρη πάνω απ’ το κερί κοιτά απορημένη
Εμείς δεν θα μαντέψουμε το Ερεβος των Ελλήνων
Αυτό που για τους άντρες είν’ χαλκός
Κερί για τις γυναίκες είναι
Για μας στις μάχες πέφτει ο κλήρος
Ενώ αυτές μαντεύοντας πεθαίνουν.

*

Πάρε από την παλάμη χαρά να βρεις
Μια στάλα ήλιο και λίγο μέλι
Ετσι όπως μας πρόσταξε της Περσεφόνης το μελίσσι

Τη σάπια βάρκα μην ξεδένεις
Το δέρμα, που φοράει σκιές μην τ’ ακούς,
Τον τρόμο μιας ζωής φοβισμένης να μην κατανικάς.

Το μόνο που απέμεινε είν’ τα φιλιά
Σα χνουδωτό μικρό μελίσσι
Το δρόμο χάνει της επιστροφής από την κυψέλη σαν απομακρυνθεί

Θροΐζουν στις διάφανες της νύχτας λόχμες
Πατρίδα τους, το πυκνόφυτο δάσος
Τροφή τους, ο χρόνος, η πουλμοναρία και η μέντα

Πάρτο κι ας είν’ πρωτόγονο το Δώρο μου αυτό
Χαρά για να βρεις
Το δύσμορφο στεγνό γιορντάνι
Που μέλισσες νεκρές τον ήλιο μέλι ‘κάναν.

*

Αφού τα χέρια σου δεν μπόρεσα κοντά μου να κρατήσω
Και πρόδωσα τα τρυφερά σου χείλη, τ’ αλμυρά
Στα ερείπια της ακρόπολης την αυγή θα προσμένω.
Πόσο μισώ την κλαίουσσα ξυλεία την αρχαία.

Ανδρες Αχαιοί μεσ’ το σκοτάδι τ’ άλογα ετοιμάζουν
Πριόνια οδοντωτά τα τείχη ροκανίζουν με μανία
Του αίματος η ταραχή δε λέει να κοπάσει
μηδ’ όνομα έχεις, μηδέ ήχο, μηδέ μάσκα.

Τι θράσος να μπορέσω να σκεφτώ ότι θα επιστρέψεις!
Γιατί νωρίς απομακρύνθηκα από σένα!
Το λυκαυγές δεν φάνηκε κι ο πετεινός δε λάλησε ακόμη
Πάνω στον ξύλινο κορμό δεν έπεσε τσεκούρι.

Σα δάκρυ διάφανο πάνω στα τείχη το ρετσίνι φάνηκε
Η πόλη νιώθει τα ξύλινα πλευρά της
Το αίμα πλημμύρισε τις σκάλες και στο κατώφλι βγήκε
Και μια μορφή απατηλή οι άντρες απόψε ονειρευτήκαν.

Γλυκιά μου Τροία πού ‘σαι;
Πού ‘ν’ το παλάτι και το σπίτι των παρθένων;
Του αψηλού του Πρίαμου η φωλιά θε’ να καταστραφεί
Τα βέλη σα στεγνή ξύλινη βροχή πέφτουν
Κι άλλα βέλη φυτρώνουν στη γη σα στάχυα.

Το τελευταίο αστέρι μάταια σβήνει τον νυγμό
Και γκρίζο χελιδόνι χτυπά το παραθύρι το πρωί,
Αργόσυρτη η μέρα, σα βόδι που στ’ άχυρα ξυπνά
Στις θημωνιές τις φουντωτές τεντώνεται από τον ύπνο.

*

Να σε υπηρετήσω επιθυμώ
Από κοινού με άλλους,
Μάγια να κάνω
Με ξεραμένα από τη ζήλια χείλη.
Οι λέξεις να δροσίσουν
Δεν μπορούν τα διψασμένα χείλη.
Πυκνός αγέρας γύρω μου
Μα εγώ μονάχος είμαι.
Εσύ, για άλλη μια φορά
Εδώ δεν είσαι.

Δεν σε ζηλεύω πια
Μα σε ποθώ.
Θυσία στον δήμιο
Τον εαυτό μου κάνω
Ούτε χαρά είσαι πια
Ούτε έρωτας για μένα.
Το αίμα πάγωσε
Σαν άγριο θηρίο.

Κάποια στιγμή
Θε’ να σου πω
Πως βάσανα αντί χαράς
Μου δίνεις.

Το βυσσινί του, τρυφερό
Το στόμα, με τραβά
Σα να ‘μαι εγκληματίας.

Γύρνα σε μένα
Δίχως εσένα δεν μπορώ.
Πιο δυνατός από ποτέ
Ολα τα θέλω τώρα.
Δεν σε ζηλεύω πια
Μα σε ποθώ.

Leave a comment