Γιώργος Μπλάνας, Ο ποιητής πολίτης του κόσμου

water

«Μορφές όπως ο Μπάιρον κι ο Πόε προσέφεραν στην ανθρωπότητα συγκινήσεις, που οι συντηρητικοί ούτε στον ύπνο τους δεν θα έβλεπαν. Ο Μπάιρον κι ο Πόε έδωσαν στη ζωή νόημα και χρώμα, οι συντηρητικοί έκαναν το αίμα νερό, την ομορφιά ασχήμια, την ποικιλία ομοιομορφία και μαρασμό».
ΕΜΜΑ ΓΚΟΛΝΤΜΑΝ: Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΣΜΟΥ

«Πραγματικό αντικείμενο όλων των ηθικών και πολιτικών αναζητήσεων είναι η απόλαυση και η ευτυχία. Η πρωταρχική τάξη των ανθρωπίνων απολαύσεων είναι οι απολαύσεις των αισθήσεων. Πλάι σ’ αυτές αναπτύσσονται ορισμένες υστερογενείς, διανοητικές: οι απολαύσεις της συμπάθειας και της προσωπικής ανάπτυξης. Αυτές οι απολαύσεις είναι πιο εκλεπτυσμένες και οδηγούν στην κατάσταση που ονομάζουμε πολιτισμό. Η μέγιστη απόλαυση και η μέγιστη ευτυχία μπορούν να επιτευχθούν μόνο μέσω της κοινωνικής συμβίωσης. Ωστόσο, τα φαινόμενα βίας οδήγησαν στη δημιουργία κυβερνήσεων που, αντί να προστατεύουν τους ανθρώπους, ανακυκλώνουν τη βία. Οι κυβερνήσεις είναι αποτέλεσμα της άγνοιας και της εξαχρείωσης των ανθρώπων. Όταν οι άνθρωποι κατανοήσουν ο ένας τον άλλον, με τη συνεχή έρευνα για τον εαυτό τους και τους άλλους, θα μπορέσουν να αναπτύξουν ελεύθερα την προσωπικότητά τους και να συνεργαστούν, χωρίς τη μεσολάβηση οποιασδήποτε κυβέρνησης».

Τα παραπάνω λόγια ανήκουν στον Άγγλο φιλόσοφο Ουίλιαμ Γκόντουιν, και δίχως αυτά δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την συγκλονιστική ποιητική μορφή του Μπάιρον.

Ο Μπάιρον υπήρξε παιδί της πιο ρηξικέλευθης τάσης του αγγλικού φιλελευθερισμού, του συνεργατικού αναρχισμού, που συνδύαζε τον ωφελιμισμό του Μπένθαμ με τον ριζοσπαστικό κοινοτισμό του Τόμας Πέην, και τον χριστιανικό αναρχισμό του Ουίλλιαμ Μπλαίηκ με τον φιλοσοφικό εμπειρισμό.

Η αμηχανία των ριζοσπαστών στοχαστών του τέλους του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα μπροστά στις τύχες της γαλλικής επανάστασης, επέβαλε μια στροφή από την ασφάλεια του Ορθού Λόγου στη ριζικότητα της Επιθυμίας. Επρόκειτο για μια διαδικασία που θα ολοκληρωνόταν μετά από διακόσια χρόνια, στη δεκαετία του 1960, και θα μετέτρεπε ολοσχερώς το ανθρωπολογικό παράδειγμα της Αναγέννησης. Στην αρχή αυτής της διαδικασίας, στέκεται ο Μπάιρον ως μορφή εμβληματική, όχι επειδή τόλμησε να δικαιολογήσει την χρήση βίας από τους Άγγλους εργάτες ενώπιον της Βουλής των Λόρδων, ούτε επειδή πέθανε στο Μεσολόγγι, αλλά κυρίως επειδή ήταν ένας ποιητής—πολίτης του κόσμου.

Κανείς δεν περιέγραψε καλύτερα τις διαστάσεις τις ποίησης του Τζωρτζ Μπάιρον από τον Τόμας Έλιοτ, έστω και με λόγια χαρακτηριστικά της φλεγματικής επιθετικότητας των Άγγλων συντηρητικών: «Δεν υπήρξε Άγγλος ποιητής του διαμετρήματός του, που να μην πρόσθεσε τίποτα στην γλώσσα, να μην ανακάλυψε τίποτε στους ήχους, να μην μετέβαλε στο παραμικρό το νόημα κάποιας λέξης. Δεν μπορώ να φανταστώ άλλον ποιητή του μεγέθους του, που να είναι τόσο ξένος όταν γράφει αγγλικά». Η στάση ενός ποιητή απέναντι στην γλώσσα δεν εξαντλεί, βέβαια, τη συνεισφορά του στην ποίηση, παρά μόνον αν θεωρήσουμε τη βασίλισσα των τεχνών ως ένα «παιχνίδι με τις λέξεις».

Ωστόσο, μπορεί —κυρίως αυτή— να μας εξηγήσει το μεγαλύτερο μέρος των ιδιομορφιών του. Όντως, ο Μπάιρον δεν έδειξε ποτέ ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη μουσική ή και τη νοηματική καινοτομία. Άλλωστε, παραμέλησε τη μουσικότητα των στίχων του˙ όχι όμως και την ακρίβεια της έκφρασης, που αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες αρετές του λόγου του. Συχνά, απλώς στιχουργούσε κείμενα που θα μπορούσαν να γραφούν κάλλιστα σε πεζό λόγο: περιγραφές, επαναστατικές διακηρύξεις, οργισμένες επιθέσεις σε σύγχρονούς του, ιστορικές αναφορές και πολιτικές διδαχές. Η μεγάλη μορφή του Αλέξανδρου Πόουπ βρισκόταν πάντα πίσω από την πένα του και, φυσικά, πίσω από τον μεγάλο κλασικιστή ποιητή καραδοκούσε ο Όμηρος. Ο ρωμαλέος τρόπος με τον οποίον ο Πόουπ μετέφρασε τα ομηρικά έπη και έγραψε έμμετρα δοκίμια και αμίμητες σάτιρες είχε διαμορφώσει έναν ορίζοντα έκφρασης εξαιρετικά ισχυρό. Ο Άγγλος ποιητής, που ήθελε να χρησιμοποιήσει την γλώσσα σαν σπαθί, δεν χρειαζόταν παρά να αξιοποιήσει αυτό το ποιητικό ιδίωμα, με τη δική του, προσωπική ένταση. Εξάλλου, το ίδιο έκανε και ο Ουίλιαμ Μπλαίηκ.

Αν η γλώσσα του οραματιστή ποιητή προσφέρει ευκαιρίες για παιχνίδια με τη μουσική και τα νοήματα, δεν είναι επειδή θέλησε να καλλιεργήσει την αισθητική της διάσταση, αλλά επειδή θέλησε να την γυμνώσει από κάθε γοητεία ξένη προς την ακρίβεια των διδαχών του. Στο σημείο αυτό, λοιπόν, ο Μπάιρον είναι απόλυτα συνεπής με τον συνεργατικό αναρχισμό του Γκόντουιν, στον πνευματικό κύκλο του οποίου τον εισήγαγε ο Πέρσυ Σέλλεϋ. Αν «πραγματικό αντικείμενο όλων των ηθικών και πολιτικών αναζητήσεων είναι η απόλαυση και η ευτυχία», τότε πραγματικό αντικείμενο των ποιητικών αναζητήσεων είναι επίσης η απόλαυση και η ευτυχία. Και αν «η πρωταρχική τάξη των ανθρωπίνων απολαύσεων είναι οι απολαύσεις των αισθήσεων», που αποτελούν την πρώτη ύλη για την ανάπτυξη των «πιο εκλεπτυσμένων», «διανοητικών» απολαύσεων «της συμπάθειας και της προσωπικής ανάπτυξης», τότε η ιδιαίτερη μέριμνα για τη μουσική του ποιήματος δεν είναι παρά μια κάπως «πρωτόγονη» —αν και σεβαστή, από ανθρωπολογική άποψη— ενασχόληση.

Ασφαλώς, το ποίημα έχει να ασχοληθεί με θέματα πολύ σημαντικότερα, τα θέματα που απασχολούν την πορεία προς τον πολιτισμό: τη συνεχή έρευνα για τον άνθρωπο, την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και τη συνεργασία του με τους συνανθρώπους του, χωρίς τη μεσολάβηση οποιασδήποτε κυβέρνησης. Ως εκ τούτου δεν θα περίμενε κανείς από τον Μπάιρον παρά αυτό που πραγματικά έκανε: να διερευνήσει τα πνευματικά και συναισθηματικά όρια του ανθρώπου, δημιουργώντας ήρωες που ακροβατούν ανάμεσα στο δαιμονιακό και το αγγελικό στοιχείο, ανάμεσα στον έρωτα και στον θάνατο, ανάμεσα στην πραγματικότητα και στον πόθο για τη μεταβολή της. Οι ήρωες του Μπάιρον προϋποθέτουν την αναγνώριση μιας αρχής, που θα εγκαθίστατο μόνιμα ανάμεσά μας μόνο μετά τον Φρόυντ: της Αρχής της επιθυμίας. Παρόλα αυτά, η επιθυμία του Μπάιρον —και των συνεργατικών αναρχικών της εποχής— έχει χαρακτήρα κοινωνικού ή τουλάχιστον φυσικού προϊόντος. Συνεπώς, το μένος του ατόμου που προσπαθεί να απαλλαγεί από την κυριαρχία της πραγματικότητας δεν μπορεί να πάρει πολιτισμένη μορφή, παρά μόνον αν εκφράζει το ίδιο το μένος του ανθρώπου ως είδους απέναντι στην πολιτική πραγματικότητα, όπως έχει διαμορφωθεί από τις διάφορες εθνικές ή υπερεθνικές εξουσίες.

Στην προκειμένη περίπτωση, η θέση του Έλιοτ, σύμφωνα με την οποία δεν μπορούσε να φανταστεί άλλον ποιητή του μεγέθους του Μπάιρον, «που να είναι τόσο ξένος όταν γράφει αγγλικά», λέει κάτι πολύ σημαντικό για τον οργισμένο βάρδο. Ο ποιητής είναι πάντα ένας «ξένος» όταν αποφασίζει να χρησιμοποιήσει την γλώσσα για να επιτεθεί στην πραγματικότητα. Μπροστά του ανοίγονται δύο δρόμοι: να μεταβάλλει την γλώσσα, να την πληγώσει —λίγο ως πολύ— ως αναπόσπαστο κομμάτι της πραγματικότητας, ή να την χρησιμοποιήσει ως μοναδική αναφορά στην ικανότητα του ανθρώπου να στέκεται αγέρωχος απέναντι στην πραγματικότητα, ως μοναδική δεξαμενή πυρομαχικών.

Ο Μπάιρον διάλεξε τον δεύτερο δρόμο. Και η αλήθεια είναι πως η ευθύτητα αυτού του δρόμου έδωσε στην ποίησή του μιαν ανδροπρέπεια, μιαν ειλικρίνεια και μια αμεσότητα αφοπλιστική —ακόμα κι όταν η τόλμη των ιδεών της δημιουργούσε σκάνδαλο—χαρακτηριστικά που θα έπαιρναν, μερικές δεκαετίες αργότερα, ρηξικέλευθη μορφή στο έργο του Ουώλ Ουίτμαν. Όντως, διαβάζοντας κανείς τους στίχους του Μπάιρον, έχει την αίσθηση πως μόνο η επιμονή στην ομοιοκαταληξία τούς εμποδίζει να προχωρήσουν σε μιαν ανατροπή, η οποία δρομολογήθηκε τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Μπορεί σήμερα ο Τσάιλντ Χάρολντ να μην προσφέρει στον αναγνώστη τη συγκλονιστική απόλαυση που προσέφερε στους συγχρόνους του, αλλά ο Κουρσάρος διατηρεί τη δύναμη του χαρακτήρα του, ο Μάνφρεντ στοιχειώνει μαζί με τον Φάουστ και τον Άμλετ την εικόνα μας για την ανθρώπινη ψυχή, ο Γκιαούρ και ο Δον Ζουάν παραμένουν πειραματισμοί, από τους οποίους η ποίηση δεν έχει αντλήσει ακόμα ό,τι θα άξιζε ή θα μπορούσε να αξιοποιήσει.

Leave a comment