1.
φυσάει φυσάει φυσάει
ανάμεσα από τα σκέλια της ώρας
θρυμματισμένα δάκρυα
η κούραση της θάλασσας κουρνιάζει στ’ αφτί μου
με ισχνό σαν γερο γονιού θρόισμα.
Σίγασε ο συριγμός των ονείρων το αίμα τους πίνοντας.
Αποφάσισα ν’ αλλάξω χρώμα στο σκαρί μου.
Κίτρινο ομιχλώδους άπνοιας.
Να με τρομάζει.
Να μη χαμογελώ όταν θέλω
να ουρλιάξω
2.
Χρόνια δούλευε το χώμα να εξατμίσει
την τελευταία εικόνα.
Σπαρταρούσε στα άδεια κελύφη
των ματιών
(καθώς έγερνε το κεφάλι κι οι χαραμάδες
του χάους βούιζαν σαν άστρα).
Το αγαπημένο πρόσωπο τρωγόπιναν
η νύχτα η μέρα η νύχτα η μέρα
νύχτα μέρα
ώσπου και ‘κείνη ούτε δάκρυ ούτε αίμα
χύθηκε σα λύπη στο καλούπι του τάφου.
3.
Κοίτα την κυρία Αντρειάνα μπροστά από το κάστρo
Παγαίνει του σφηνωμένου δρόμου της τα τελευταία μέτρα
Φυσώντας την στραβή βουβή τσαμπούνα του χρόνου της.
Ποντίκια με το μολύβι στ’ αφτί ροκανίζουν χωράφια ρυθμίζουν
Του ορίζοντα το χρώμα
Του χώματος το βάρος
Το μάτι του βλέμματος.
4.
Το φως έγειρε κιόλας
‘κείνο που βαστούσε η γη στο στήθος της
και βύζαινα ενώ ο ουρανός
κοιμόταν μες στο παμπάκι του.
Οι πεθαμένοι μ’ αγαπούνε.
Σκοτεινιάζουν το σπίτι
και προβάλλουν τη ζωή τους
σε ακατανόητη
γλώσσα γοητευτική.
Γονατίζουν οι τοίχοι
μπαίνουν μέσα οι δρόμοι
τους τυλίγω
τους βάζω στα συρτάρια
με μιαν ετικέτα απ’ έξω.
Aπομένει η αποκατάσταση
των ονομάτων
και των χρονολογιών.
5.
Με είδες.
Καθώς χτιζόμουνα
θεμέλια τοίχοι οροφή.
Στα σώψυχα η χαράδρα
με τον ποταμό που μ’ ήπιε
δροσίζει τις ρυτίδες των κροκάλων
κατέκτησε τους βλαστούς των δωματίων.
Το παμπάκι στα μάτια σου βουτάς
πλένεις το βουβό ουρανό.
6.
Kυοφορούσαν μήνες το σημερινό πρωινό.
Αδυνατώ να ξυπνήσω ολότελα.
Μακριά σειρά από άδειες λάμπες
με παρατηρούσαν όλη νύχτα
ξένο σκοτάδι άλαλο καρφί στο σώμα ο ορίζοντας σαρώνει
τ΄ όνομά μου
τα μάτια των γνωστών δε με γνωρίζουν.
Το παράθυρο σιγοτραγουδά:
τι ωραίος ο φράχτης με τα σάπια φύλλα
τι όμορφα που κελαηδούν τα όμορφα πουλιά
Αύριο κάποιο αύριο του καθρέφτη μου θα γουργουρίζει
η κοιλιά.
7. Με δέκα λέξεις μιλώ
με χίλιες σιωπώ.
Κι όταν απ’ τα δόντια του παραθυριού
μαζεύω τη σημαία της μέρας μου
και το παρατημένο κέντημα των ωρών
τα δέντρα καληνυχτίζουν το ένα το άλλο
και με σκεπάζουν.
8.
Εκλάμψεις νομισμάτων φίλησαν τις ανεμώνες.
Φίλησαν τον κύκλο των κυπαρισσιών.
Ένα σκυλί συνόδεψε τη σκόνη του φορτηγού.
Ανοίγει το νερό της διάτρησης
ο κλειδούχος των χωμάτων
κάνει τα χέρια του χωνί, φωνάζει τα παιδιά.
Στις φούχτες τους εναποθέτει τις ύστατες φωλιές.
Καλπάζει με τ’ άλογό του προς τους γκρεμούς.
Στα μαλλιά μου στάζει μελαγχολία κλαδιών
η προ τελευταία ανάσα των φύλλων.
*Το ποίημα και η εικόνα αναδημοσιεύονται από το BIBLIOTHEQUE.
