Αιώνα μου θεριό μου, ποιός θα μπορέσει ποτέ
μέσα απ’ τις κόρες των ματιών σου να κοιτάξει
και με το αίμα του να ενώσει
τους σπόνδυλους των δυο εκατοντάχρονων;
Αίμα, δημιουργικό αίμα, πώς πάλλεις στο λαιμό
των εγκόσμιων πρσγμάτων,
κι η ραχοκοκκαλιά να τρίζει
στο κατώφλι των καινούργιων καιρών.
Τα πλάσματα σου, ως εκεί που φτάνει η ζωή
πρέπει να ξαπλώσει τη σπονδυλική του στήλη,
καθώς τ’ αόρατο το κύμα παίζει
με το δικό σου ραχοκόκκολο.
Σαν τρυφερός παιδιάστικος χόνδρος
μοιάζει ο νεαρός της Γης μας ο αιώνας.
Σαν πρόβατο για τη σφαγή
τον φέρνουνε ξανά.
Και για να χτίσουμε το νέο κόσμο
απ’ τα δεσμά να τον αρπάξουμε πρέπει
τα τσακισμένα του τα γόνατα
με φλάουτα να τα ενώσουμε.
Ο αιώνας τούτος στο κύμα λικλνίζει
τον καημό των ανθρώπων.
Ως κι η οχιά πια θ’ ανασαίνει
στο χρυσό το δικό του ρυθμό.
Μετά θ’ ανοίξουν τα μπουμπούκια
θα πρασινίσει κι όλη η γης.
Όμως είναι σπασμένη η ραχοκοκκαλιά σου,
θλιμένε μου, πανέμορφε αιώνα.
Και μ’ ένα ασημένιο χαμόγελο
θωρώντας προς τα πίσω προχωρείς
σαν το αυκίνητο θεριό
στ’ αχνάρια απ’ τις δικές του τις πατούσες.
Αίμα, δημιουργικό αίμα, που χτυπάς
στο λαιμό των εγκόσμιών πραγμάτων
και σφαδάζεις σαν ψάρι
στα ζεστά τ’ ακρογιάλια.
Απ’ των πουλιών το πέταγμα
στο θανάσιμο τραύμα σου, αιώνα μου,
αδιάφορο τρέχει το αίμα.
1922
