Και άρχισε με το ράγισμα των ποτηριών,
τα χείλη προσπαθούσαν ακόμα να πιούν,
και μετά ήρθε η σειρά των πιάτων,
η φθορά,
μικρά ραγίσματα κι αυτά,
ρωγμές στους τοίχους
ακολούθησαν,
αυτή η πρόκα
σκούριασε
στο ξεφλουδισμένο
ασβέστη του παλιού
πέτρινου τοίχου
και οι τοίχοι
σαν κρέπες
καβουρδισμένες
περγαμηνές
κρέμονταν οι πέτρες
ακόμα στην τύχη.
Και οι άνθρωποι
Κι αυτοί
πρώτα οι γέροι
καλωδιωμένοι
απολιθώματα μουμιών
και οι νέοι με ντεσιμπέλ
καρφωμένα στ’ αυτιά
Όλα αυτά και
ο ήχος της προϊστορικής
τηλεόρασης σ’ έκραξε
μέχρι να φανεί
μόνο εκείνη η αποτεφρωτική
γραμμή στην σκονισμένη
οθόνη,
ο δημοσιογράφος ταριχευμένος
παπαγάλος
δεν το μετέφερε.
Και ύστερα το σύστημα
από μόνο του
άρχισε μετά από
πολλά κορναρίσματα
να βγάζει βρομερά παράσιτα,
ένας αέρας δύσοσμος
κυκλοφορούσε στις αυλές
ανάμεσα τα ρούχα
που μόνο
από τις τρύπες τους
έβλεπες κάπου κάποτε
την γυμνή αλήθεια.
