Γεώργιος Βρισιμιτζάκης, Η τεχνική του Καβάφη

heirografo_apistia

Το έργο του ποιητού Κ. Π. Καβάφη δεν έχει μελετηθεί ακόμη από την άποψι της τεχνικής. Μια τέτοια μελέτη, που αναγκαστικώς θα γίνει μια μέρα, θα ήτο πολύ ενδιαφέρουσα. Γιατί, απέναντι στο έργο του αλεξανδρινού ποιητού είναι σαν να πούμε εξαναγκασμένος ο καλός κριτικός να θέτει συνεχώς δύο ερωτήματα, να λύει δύο ζητήματα: το πώς και το γιατί.

Δεν αρκεί να ξέρομε το πώς γράφει ο Καβάφης τα ποιήματά του, τι ρυθμό μεταχειρίζεται αίφνης, ποια στίξη, ποιο λεκτικό κ.λπ. κ.λπ. Αλλά και γιατί διαλέγει κατά προτίμησιν τον τάδε ρυθμό, τον δείνα τρόπο εκφράσεως κ.λπ. Με άλλα λόγια —αν ο Καβάφης επέτυχε στο έργο του και έχει πρωτοτυπία, που εγώ δεν αμφιβάλλω— ο Καβάφης είναι maitre, δημιουργεί σχολήν. Το έργο του είναι και αυτοκριτική και κριτική —σιωπηλή κι αθόρυβη— άλλων σχολών, ή μάλλον άλλης σχολής, της σχολής της ρητορικής και του εύγλωττου (!) λυρισμού.

Μια πρώτη παρατήρησις κατ’ εμέ πολύ ουσιώδης. Ο Καβάφης δεν μεταχειρίζεται παρά ίαμβον, τον απλόν ίαμβον καλέ! Το πράγμα εξέπληξε τόσο κάποτε ένα νέον, αποτυχημένο σήμερα, ποιητή, που, ενθυμούμαι, για να ξεπεράσει τον Καβάφη έγραψε ποιήματα σε ανάπαιστους, και τού διεκδικούσε τα σκήπτρα της ποιήσεως. Η ιστορία του καβαφικού έργου έχει και τες φαιδρές σελίδες της.

Μιλώντας στην Π ο ι η τ ι κ ή του για τον ιαμβικόν ρυθμόν, ο Αριστοτέλης παρατηρεί πως ο ρυθμός αυτός ήτο τόσον φυσικός στην ελληνική γλώσσα που κουβεντιάζοντας, όλως τυχαίως, οι Έλληνες έκαναν ιάμβους. – Η ίδια παρατήρησις μπορεί να γίνει για την νεοελληνική γλώσσα: ο ιαμβικός ρυθμός – που προτείνω να τον αποκαλέσουμε καβαφικό ρυθμό γιατί μόνο ο Καβάφης άντλησε από τον ρυθμό αυτό όλα τα μέσα του, τον ταπεινό αυτό ρυθμό τον μετεχειρίσθηκε για τα πιο υψηλά φιλοσοφικά νοήματα – ο ιαμβικός ρυθμός λέγω είναι ακριβώς «όπως μιλούμε».

Η θέσις του Καβάφη μέσα στην ελληνική ποίησι είναι εκείνη του Αρχιλόχου στην αρχαιότητα. Ο Αρχίλοχος δεν εδημιούργησε τον ιαμβικό ρυθμό, τον πήρε, τον τράβηξε από τον ναό, αλλά για να τον αναδείξει, ιδίως γιατί τον ηύρε μόνο κατάλληλο ρυθμό για τη σατυρική του διάθεση.

Το ίδιο με τον Καβάφη. Ο Καβάφης —και δεν έπαυσα να το επαναλαμβάνω από το 1916— είναι μέγας είρων, λεπτός είρων και σατυριστής.

«Οι Έλληνες», λέγουν οι Alfred και Maurice Croiset, στον δεύτερον τόμον της Ιστορίας της Ελλ. λογοτεχνίας «ένοιωσαν γλήγορα τη σχέση της ποιητικής αυτής φόρμας (του ιάμβου) ζωηρής δημώδους, εύκολης και του κοροϊδέματος στο οποίον εξαίρετα επετύγχανον χάρις στη λεπτότητα του πνεύματός των».

Ο Καβάφης διαλέγοντας τον ίαμβο και μόνον τον ίαμβο, ήξευρε πολύ καλά το τι έκανε. Ήξευρε πως ήταν ο μόνος ρυθμός χάρις στον οποίον ένα σωρό ποιήματά του που μια χλευαστική ειρωνία εμπνέει, θα απέβαιναν αριστουργηματικά. Και δίδω ως παράδειγμα τον «Φιλέλληνα», που και μόνον θ’ αρκούσε ν’ αποθανατίσει τον Καβάφη, en appendice της αρχαίας Ανθολογίας.

Αλλά και τα άλλα του ποιήματα που φανερώνουν μια κάποια απογοητευμένη φιλοσοφία όπως η «Ιθάκη», η «Πόλις» ή τα ήσυχα «Παραινετικά» του, τι άλλο ρυθμό απαιτούσαν από τον ιαμβικό; Λάθος τρομερό του Καβάφη θα ήτο αν για να εκφράσει τα λεπτά αισθήματά του, και την σκέψη του την ακονισμένη από την ειρωνία και τη σκληρή πείρα της ζωής και τες μελέτες του – είχε μεταχειρισθή άλλο ρυθμό από τον ίαμβο. Παρόμοια λάθη τα έκαναν οι Γάλλοι ποιηταί του μεσαίωνος, που ήσαν πλούσιοι σε ρυθμούς ποιητικούς, κατείχαν πολλούς απ’ τους ρυθμούς που μετεχειρίσθη κατόπιν ο Ronsard και η σχολή του, αλλά τους μετεχειρίζοντο εκεί που ο ρυθμός της σκέψεως και του αισθήματος ήτο άλλος. Φαντασθήτε τον χαριτωμένο ρυθμό του Auhepin του Ronsard πάνω σε μοτίβο μελαγχολικό…

Ο ρυθμός που αποδίδει την σκέψη του Καβάφη είναι ο ρυθμός ο σύμφωνος με τη σκέψη του αυτή. Αλλά μια σκέψις προτού εκδηλωθεί, ή μάλλον στην εκδήλωσί της, κυμαίνεται, ιδίως εκείνη του Καβάφη είναι εις άκρον διστακτική. Ο Καβάφης ζυγίζει, και ιδίως ζυγίζει σε αφαντάστως ελαφριά ζυγαριά, μεταχειριζόμενος βάρη, σχεδόν imponderables. Ο ιαμβικός του ρυθμός ακολουθεί όλους αυτούς τους μαιάνδρους, τες sinuosites της σκέψεώς του. Είναι ένα γραφικόν.

Μονότονος και ποικίλος ο ιαμβικός ρυθμός του Καβάφη, τα παραδείγματα είναι άφθονα για να το δείξουν. Δεν θα δώσω ως παράδειγμα παρά το ποίημά του «Αιμιλιανός Μονάη. Η πρώτες δύο στροφές απαιτούσαν ένα ρυθμό ηρωϊκό l’Auguston Barbier μπορώ να πω. Ο Καβάφης τον βρήκε, χωρίς να απαρνηθεί τον ίαμβό του. Το επίλοιπο του ποιήματος απαιτούσε ένα ρυθμό χλευαστικό μπορώ να πω, ειρωνικό, κρύο από τη σκέψη — κάτι που από ψηλά βλέπει το αίσθημα και το οικτείρει. Ο ποιητής στην δεύτερη αυτή περίπτωσι μεταχειρίζεται με ίσην ευχέρεια τον ίαμβό του όσο και στες δυο στροφές με ίσην επιτυχία. Και το παράδειγμα αυτό διπτύχου ποιήματος εις το έργο του Καβάφη δεν είναι το μόνο.

ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ ΜΟΝΑΗ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΥΣ. 628-655 μ.Χ.

Με λόγια, με φυσιογνωμία, και με τρόπους
μια εξαίρετη θα κάμω πανοπλία
και θ’ αντικρύζω έτσι τους κακούς ανθρώπους
χωρίς να έχω φόβον ή αδυναμία.

Θα θέλουν να με βλάψουν. Αλλά δεν θα ξέρει
κανείς απ’ όσους θα με πλησιάζουν
πού κείνται η πληγές μου, τα τρωτά μου μέρη,
κάτω από τα ψεύδη που θα με σκεπάζουν.

Ρήματα της καυχήσεως του Αιμιλιανού Μονάη.
Άραγε να έκαμε ποτέ την πανοπλία αυτή;
Εν πάση περιπτώσει, δεν την φόρεσε πολύ.
Είκοσι επτά χρονώ, στην Σικελία πέθανε

*Γεώργιος Βρισιμιτζάκης (Αλεξάνδρεια, 1890 – Annecy Γαλλίας, 1947)

Ποιητής και ελευθεριακός διανοούμενος κρητικής καταγωγής, γεννημένος στην Αλεξάνδρεια. Εξαιρετικά ανήσυχος στο πνεύμα, σπούδασε στο Παρίσι Γαλλική Φιλολογία και Γενικές Θετικές Επιστήμες και μιλούσε 4 γλώσσες (Ελληνικά, Γαλλικά, Ιταλικά και Αραβικά).
Έζησε στο Βιαρέτζιο (Viarezzio) της Ιταλίας από το καλοκαίρι του 1912 μέχρι την άνοιξη του 1913, όπου συνδέθηκε με τους εκεί αναρχικούς κύκλους. Πίσω στην Αλεξάνδρεια ασχολήθηκε με φιλολογικές μελέτες, έγραψε μια κριτική στο έργο του Κωνσταντίνου Καβάφη («Το έργο του Κ. Π. Καβάφη», που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα από τις εκδόσεις «Ίκαρος», Αθήνα, 1975), έκανε αρκετές μεταφράσεις (ανάμεσα στις οποίες και κειμένων των θεωρητικών του Αναρχισμού) , δημοσίευσε ελληνόγλωσσα κείμενά του στην ιταλική αναρχική εφημερίδα του Καΐρου «Idea» («Ιδέα») και εξέδωσε το περιοδικό «Γράμματα». Στο κείμενό του «Η Ατομική Επανάστασις» (1914) τόνιζε πως «τίποτε δεν χαρακτηρίζει ασφαλέστερα την μετριότητα, όσο το να μην έχη κανείς ποτέ θεωρηθή ως επικίνδυνος και στασιαστής».

Πέρασε το καλοκαίρι του 1915 στο Παρίσι, επέστρεψε για λίγο στην πατρίδα του, όπου για λογαριασμό του περιοδικού του «Γράμματα» οργάνωσε πολιτικές διαλέξεις στην Λαϊκή Βιβλιοθήκη Αλεξάνδρειας και έκανε μεταφράσεις διαφόρων κλασικών έργων των θεωρητικών του Αναρχισμού, εκ των οποίων το «Ζωϊκότητα και Ανθρωπότητα» του Μπακούνιν, που πρωτοεκδόθηκε το 1917 και επανεκδόθηκε το 1978 στην Αθήνα από τις εκδόσεις «Αγράμπελη».

Τη διετία 1918-1919 έζησε στην Αθήνα, όπου συνεργάστηκε με το περιοδικό «Βωμός», και το 1920 επέστρεψε ξανά στην Αλεξάνδρεια, όπου έζησε μέχρι το 1926.

Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Γαλλία μέχρι το θάνατό του από δυστύχημα στις 19 Δεκεμβρίου 1947 στο Annecy. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του δημοσίευσε πολλά κείμενα σε γαλλικά λογοτεχνικά περιοδικά, συνήθως με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο «Philetas».

Ενδιαφέρουσα για να σταθεί κανείς είναι η ειρωνική παρατήρησή του στο κείμενο «Η ελληνικότης του έργου του Καβάφη» (1928): «Βεβαίως δεν είναι (ο Καβάφης) βουκολικός ποιητής, ως θα ήθελαν πολλοί· το αρνί, για να εκφρασθώ με χιούμορ, λείπει τελείως από την ποίησή του».

Μερικά από τα έργα του Γεωργίου Βρισιμιτζάκη είναι τα «Η ατομική επανάστασις» (Αλεξάνδρεια 1914), «Φιλολογία και ζωή» (Αλεξάνδρεια), «Η υπόθεση Δρέϋφους» (Αλεξάνδρεια), «Η κλειστή θύρα» (Αλεξάνδρεια 1913) και «Ο Αντάρτης».

Leave a comment