Χαρτί μου-
Πιστέ μου Φίλε,
Πόσα μοιραστήκαμε;
Πότε αφαιρούσες εσύ
το φορτίο της ψυχής μου
όταν μου δάνειζες
το λευκό σου σώμα
ν’ακουμπήσω τις πέτρες
που βάραιναν
την ύπαρξή μου,
με σημειώσεις, εξερευνήσεις,
πειράματα,παράπονα
καμιά φορά…
Γράφοντας, αδειάζοντας,
σβήνοντας πολλές φορές-
γινόμουνα εγώ το χαρτί-
κενό,
προσωποποιημένο.
Πότε σε κουβαλούσα εγώ
στην πλάτη μου-
εφόδιο, αποσκευή,
ψωμί μου
σ’αυτήν τη ζωή.
Πολλές φορές
λύγιζα,
καμπούριαζα
ν’ αντέξω
κάτω από το βάρος σου…
Σπουδάζοντας, διδάσκοντας,
συνεργαζόμενη μαζί σου.
Μεγάλες ποσότητες
από ιδρώτα και λάδι
στο «λυχνάρι»
έκαψα για χάρη σου.
Άξιζε τον κόπο.
Εξάλλου,
εσύ μου ‘δωσες
χώρο – έδαφος
για να φτάσω
στην αποδοχή του εαυτού μου
και των άλλων.
Με περίμενες
κάθε φορά
και με δεχόσουν
άνευ όρων-
ό,τι ώρα κι αν ήταν,
όπως κι αν ήμουν-
αλλαφιασμένη, αχτένιστη
αμακιγιάριστη,
χαρούμενη, δακρυσμένη,
πνιγμένη.
Κρατούσε ο ένας
τον άλλον:
«Κολλητοί φίλοι »,
εδώ που τα λέμε…
…και η καλύτερη στιγμή;
Η έκπληξη
που μου επιφύλασσε
η απόλυτη ειλικρίνεια
μαζί σου
όταν κάποιες οροσειρές
που σχημάτιζα
και μοιραζόμουνα μαζί σου,
μεταλάσσονταν
και αποκρυσταλλώνονταν
και δε με βάραιναν πια
ή όταν μέσα από τις γραμμές
μια φωτοβολίδα ξεπηδούσε,
έτσι ξαφνικά!
