Ξέρεις την ορμή του βίου μας
τι θέρμην έχει, τι οδονή υπερτάτη.
ΚΑΒΑΦΗΣ
Το σπίτι δεν βλέπει στη θάλασσα,
δεν έχει κήπους ούτε συντριβάνια
μονάχα κτίρια σιωπηλά,
ωχρά μονοπάτια, και το βράδι
πέφτει σαν λάμψη ξαφνική
του καθρέφτη. Κι όλα περισσεύουν.
Έμεινα πίσω, πίσω απ’ τον εαυτό μου,
στη θύμηση, κι απόψε επιστρέφουν
με της επιθυμίας τη χάρη που τα ζωντανεύει
εκείνα τα σώματα που τοσο αγάπησα,
που τόση πρόσφεραν στα μάτια μου αφοσίωση.
Υπομένω τη λάμψη που είχαν εκείνα τα χείλη:
με αγκαλιάζει ένα τραγούδι εχθρικό.
*Μετάφραση: Νίνα Αγγελίδη
**Το ποίημα περιλαμβάνεται στην έκδοση του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, “Με τον τρόπο του Καβάφη – 20 ξένα ποιήματα”, εκδ. κεγ Θεσσαλονίκη 1999.
