«Πράσινο, πράσινο σ’ αγαπώ..
Μεθυσμένοι εθνοφρουροί στην πόρτα σκοντάφτουν»
Φ.Γ. Λόρκα
Σε δρόμους σκοτεινούς και πληγιασμένους, σε δήμους αναερόβιους όπως τα φάκελα με τις γάζες ή σ’ άλλους, πετρωμένους κι άσπρους που θυμίζουν αγροτικά δράματα κλειστής ατμόσφαιρας του Πιραντέλλο ζει, κάτι παραπάνω έγινε μοτίβο ζωής και πλανιέται κρεσέντο, τυχαία αλλά βέβαιη αίσθηση, η εικόνα της παράλογης και μεθυσμένης εξουσίας. Φωλιασμένη σε μάντρα μισογκρεμισμένη, υπόγειο που χωρίζεται με κάγκελα κυρτά όπως βλέφαρα κοριτσιού απ’ τον περίγυρο, στο πίσω μέρος εκτυφλωτικής εκκλησίας, σ’ αδιέξοδο πικρών λογισμών, χωρίς αυτό να εμποδίζει χαγιάτια λορκικά και βλαστήμιες ηπειρώτικες ν’ ανθίζουν τριγύρω, φούλια μεθυστικά να πεθαίνουν με την άνοιξη που σκάει ή το καλοκαίρι. Το μέτρο της έκρηξης πιάνει και τη φωλιά της εξουσίας ιδιαίτερα όταν δεν ακουμπάει στην πρώτη θεώρηση αλλά έχει γίνει άκουσμα κι αφηρημένη φριχτή μνήμη.
Βέβαια τίποτα βάναυσο και πέτσινο απ’ τα χρεμετίσματα των αλόγων και τα ματωμένα μαλλιά στο τοίχο δε μπορεί σήμερα πια να σταθεί και η απόγνωση τσιγγάνου διαβάτη μπροστά στο φιμωμένο στενό φαντάζει ολωσδιόλου ξένη, όμως ο καθένας μπορεί να φανταστεί πώς περίπου πρέπει νά ‘ταν αυτό το καμίνι από πίνακες, ξεκοιλιασμένα βιβλία, απλή μελέτη κι αφομοίωση των χωριών πού ‘ρχονται κατευθείαν από μεσογειακή τυραννισμένη κάτοψη. Θα ήταν λοιπόν εξουσία περισσότερο βάναυση παρά εγκεφαλικά στυγνή, ηλίθια και παράλογη σαν το γαϊτανάκι, άλλοτε στρογγυλή και κόκκινη απ’ το πιοτό κι άλλοτε ερμαφρόδιτη και πολύχρωμη όπως οι ταινίες του ριζόχαρτου. Θα κοιτούσε συνήθως απ’ το παράθυρο την υποψία του κάμπου, το πλάτωμα που υπήρχε μπροστά στο χωριό-πολιτεία βγαλμένη κατευθείαν απ’ τα πλευρά της Σαρδηνίας ή της Σεβίλλης. Ο τόπος-υπόδειγμα πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία μιας καμένης ειρηνικής Γκουέρνικα με την απλότητα και μαζί ασάφεια Τολέδο του Θεοτοκόπουλου, σταύλους ζώων ή υποψία σταύλων όταν τούτο είναι ανέφιχτο, μπαλκόνια άσπρα και κρεμεζιά, όπου ξεχωρίζει το αψιδωτό διοικητήριο, το σπίτι του δημάρχου, του πρωταγωνιστή τέλος πάντων, η καζάρμα βαθιά σαν πηγάδι στρωμένη μ’ άχυρο ή αντίθετα ψηλή μ’ έναν φεγγίτη απ’ όπου μια και παντού σ’ αυτά τα κλίματα ο έρωτας συγγενεύει με τη σαγήνη του θανάτου, θα γινόταν η λειτουργία και των δυό. Θά ‘βγαινε κατά περίπτωση η ερωτευμένη κοπελιά κι ο κρατούμενος στη κουβέρτα, (επιβοηθητικό για την κατανόηση όλων αυτών πρόπλασμα το Μπραχάμι και ιδιαίτερα το τετράγωνο μπροστά και γύρω απ’ την εκκλησία).
Αυτά όλα όμως στις εξάρσεις που δεν μπορούν βέβαια από μόνες τους να γεμίσουν την μονοτονία ατέλειωτων ανελέητα όμοια φωτισμένων καλοκαιρινών νυχτιών, με την εξουσία να μασουλάει τεμπέλικα φρεσκοκαμένους απαστράπτοντες καρπούς κοιτάζοντας ανάμεσα από γερτά βουλιμιώντα λιοτρόπια. Οπωσδήποτε θα ήταν ένας που θα τον λέγαν αρχηγό και θα μισούσε τους κολλήγους και τα νόθα παιδιά, συγγενής εκείνου που πυροδότησε τον πύραυλο της «μπαλλάντας της εθνοφρουράς», απόλυτος μονάρχης πάνω στο χάλκινο σύνολο και τα κουκούλια του μεταξοσκώληκα πίσω στην αυλή. Θα ήταν πότε υδαρής και πότε πέτσινος άνθρωπος που σκουντουφλούσε στο κολοβωμένο κουλούρι του μισοχτισμένου αυλόγυρου κάθε πού γύριζε θυμωμένος (ο τύπος αυτός αργότερα αντικαταστάθηκε από ένα φαιό απεχθή ποντικό με φολίδες πού ‘ξύνε ή μασούσε τα μολύβια πάνω στο γραφείο), πλούσια η γκάμα απ’ τον αστυνόμο της Βαβυλωνίας μέχρι την Ειδική, επιτρέπει τη δημιουργία τύπων μειχτών από διασταυρώσεις.
Ο αρχηγός θα ‘χε οπωσδήποτε βοηθό έναν ασκημομούρη ανθρωπάκο που θά ‘βαζε στο φάλαγγα τα πόδια των γυναικών ή στον κλήρο τα ρούχα του ληστή γιατί για οργανωμένο αντίλογο σ’ αυτή τη παράλογη και μεθυσμένη εξουσία δε μπορεί να γίνει λόγος, ληστές, τσιγγάνοι, μισοσαρακηνοί, απείθαρχοι γεώδουλοι, η αναφορά της μπαλλάντας. Ο ίδιος ανθρωπάκος ήταν που τρόμαζε τους νυχτωμένους διαβάτες, πρώτα γιατί φαινόταν να κοιτάζει παντού με το χαλασμένο, σκοτωμένο σα βούρκο μάτι του και υστέρα γιατί δεν ήξερες αν κάθεται ή είναι όρθιος μέσα απ’ το παράθυρο-προμαχώνα (κοινό στοιχείο όλων αυτών των Παλέρμων η πιθανολόγηση που ποτέ δεν φτάνει στην ακριβή γνώση για το αληθινό επίπεδο του δαπέδου των δημοσίων χτηρίων και τη σχέση του με το δρόμο ή το πεζοδρόμιο). Και ο κατάλογος θα συμπληρωνόταν απ’ τον ιπποκόμο σατανικά καταχθόνιο άνθρωπο απομεινάρι Μαυριτανών που δεν είχε την αντοχή ν’ ακολουθήσει τους δικούς του στην άμπωτη και στην έρημο (αργότερα τον συναντάμε σαν βουβό μέχρις απόγνωσης καφετζή στην υποδιεύθυνση) κι από μερικά λεβεντόπαιδα στημένα σαν τους φάντηδες μεσαιωνικής τράπουλας που δεν ξέρουν τι να κάνουν τα χέρια τους πελαγωμένα μέσα στον πυκνό αλλά άπραγο αέρα του στρατωνισμού.
Τη νύχτα η εξουσία γελάει, βασανίζει, θρηνεί, θρησκεύεται όμως όλα αυτά δεν είναι παρά εξάρσεις και ξεσπάσματα, η συνηθισμένη περίπτωση είναι ν’ ακινητεί πάνω σε ευρύ βάθρο παραλογισμού ή να σαλεύει πέρα δώθε άσκοπα σαν τη ζελατίνα. Κραυγές ανατέλλουν και χάνονται μέσ’ το σκοτάδι σα διάττοντες, όποιος έχει περπατήσει για πολύ σε τέτοιες σταυρωμένες πλατείες φαντάζεται αγχόνες και μηχανές του Γκιγιοτέν, εκείνη την άμεση εύηχη φρίκη πού λέγεται ισπανικός θάνατος με στραγγαλισμό.
*Το μικρό αυτό διήγημα είναι το πρώτο που περιέχεται στη συλλογή διηγημάτων με τον τίτλο «Επαναστατικός Αλφισμός» που έγραψε και κυκλοφόρησε στην Αθήνα ο Κώστας Παπανικολάου το 1985. Ο Κώστας Παπανικολάου έχει, επίσης, γράψει και κυκλοφορήσει τα έργα «Επίγονοι» (ποιήματα, Αθήνα 1975), «Ζηλωτές» (διηγήματα, Αθήνα 1977) και «Το αντι-Αιγαίο» (διηγήματα, Αθήνα 1982). Ο Κώστας Παπανικολάου σπούδασε Νομικά και Δημόσιο Δίκαιο στο Πανεπιστήμιο Αθήνας. Από τους αταλάντευτους συνδικαλιστές στη σχολή του παραπέμφθηκε δύο φορές στο στρατοδικείο της χούντας.
