Leonide Andreieff, Το κόκκινο γέλιο

leonid_andreiev

Απόσπασμα πρώτον

… Τρέλλα και φρίκη!
Αισθάνθηκα τούτο για πρώτη φορά, όταν κάναμε πορεία για το Ν… Είχαμε δέκα ώρες που εβαδίζαμε αδιάκοπα, χωρίς να σταθούμε, χωρίς να επιβραδύνωμε την πορεία μας, χωρίς να συλλέξωμε τους νεκρούς μας, αφήνοντας αυτούς στον εχθρό που μας παρακολουθούσε συμπαγείς όγκους και σε διάστημα τριών τεσσάρων ωρών έσβηνε με τα πόδια του τα ίχνη μας. Δεν ξέρω τον αριθμό των βαθμών: 40, 50 ή περισσότερο.

Ξέρω μόνον ότι ήταν αδιάκοπη, απελπιστικά μονότονη, βαρειά. Ο ήλιος ήταν υπερμεγέθης, φλογερός, τρομερός, σαν να καίωνταν κι αυτή σ’ ολίγο απ’ την αλύπητη φωτιά του. Η κόρη, μικρή και συμμαζεμένη, μικρή σαν κόκκος παπαρούνας, του κάκου ζητούσε το σκότος κάτω απ’ τον ίσκιο των χαμηλωμένων βλεφάρων. Ο ήλιος περνούσε το λεπτό περικάλυμμα και εισωρμούσε στον κουρασμένο εγκέφαλο. Αλλά παρ’ όλα ταύτα ήμασταν καλά έτσι και, επί πολύ, πολλές ώρες ίσως εβάδιζα με κλειστά τα μάτια, ακούοντας το πλήθος να κινήται, ακούοντας τον κρότον των ποδών ανθρώπων και ζώων, το τρίξιμο των σιδερένιων τροχών, … τη βαρειά και ασθμαίνουσα αναπνοή και τον κρότο των ξηρών χειλιών.

Αλλά δεν άκουα ομιλίες. Όλοι εσιωπούσαν, σαν να ήσαν στρατός βουβών, που προχωρούσε κι όταν κανένας έπεφτε, έπεφτε σιωπηλά, οι άλλοι εσκόνταφταν επάνω στο σώμα του, εσηκώνονταν σιωπηλά και χωρίς να στραφούν οπίσω, επροχωρούσαν, ωσάν όλοι οι βουβοί αυτοί άνθρωποι να ήσαν ταυτοχρόνως κουφοί και τυφλοί. Εσκόνταφτα επίσης κι έπεφτα και τότε άνοιγα τα μάτια άθελα κι εκείνο που έβλεπα μου φαίνονταν σαν άγριο φάντασμα, φρικτή φρενητίασις της γης σε παραφροσύνη…

Ο παραζεσταμένος αέρας εφλόγιζε σε σημείο να λυώση κανείς, οι πέτρες εφλόγιζαν επίσης σιωπηλά κι οι απόμακρες γραμμές των ανδρών, σ’ ένα κλώσμα του δρόμου, τα κανόνια και τα’ άλογα εξεχώριζαν από τη γη κι χωρίς τον παραμικρό θόρυβο εταλαντεύοταν σαν μια μάζα γλοιώδης, σαν να ήτα στρατός σκιών αϋλών κι όχι ανδρών ζωντανών που εβάδιζε. Ο ήλιος παμμεγέθης, κοντά, τρομερός, είχεν ανάψει επάνω σε κάθε σωλήνα όπλου, σε κάθε μεταλλική πλάκα, χιλιάδες μικρών ήλιων, εκθαμβωτικών, κι απ’ όλα τα μέρη, από τις πλευρές, από κάτω εισωρμούσαν στα μάτια, καυτεροί, ακονισμένοι σαν λόγχες φοβερές. Κι η ζέστη αποξηραντική, καυστική, έμπαινε ως αυτό το βάθος του σώματος, στα …

…κάποτε ότι το που κινούταν επάνω στους ώμους δεν ήταν κεφαλή, αλλά μια σφαίρα παράξενη, αλλοιώτικη, βαρειά κι ελαφριά, ξένη και τρομερή.

Και τότε, και τότε έξαφνα θυμήθηκα το σπίτι μου, ξαναείδα μια γωνιά της κάμαρής μου, ένα κομμάτι χαρτί γαλάζιο, μια γαράφα νερό κατασκονισμένη, άθικτη πάνω στο τραπέζι μου – στο τραπέζι μου που το ένα πόδι κοντότερο απ’ τα τρία άλλα, ήταν στηριγμένο επάνω σ’ ένα κομμάτι διπλωμένο χαρτί. Και στην παράπλευρη κάμαρη, χωρίς να τους βλέπω, φαίνονται νάνε η γυναίκα μου και το παιδί μου. Αν μπορούσα θα φώναζα, τόσο αυτή η θέα η απλή και οικεία – αυτό το κομμάτι του γαλάζιου χαρτιού, αυτή η γαράφα η σκονισμένη κι άθικτη – ήταν παράξενη.

Ξέρω ότι σταμάτησα, σηκώνοντας τα χέρια, αλλ’ επειδή κάποιος μ’ έσπρωξε από πίσω, ξανάρχισα το γρήγορο βάδισμα μου, τρέχοντας Κύριος οίδε πού, χωρίς να αισθανθώ ούτε την κούρασι ούτε τη ζέστη. Κι εβάδιζα επί πολύ έτσι ανάμεσα στις ατέλειωτες σιωπηλές γραμμές, δίπλα σους κόκκινους λαιμούς, τους φλογισμένους από την ήλιο, εγγίζοντας σχεδόν τις καυστικές λόγχες τις αδύνατα χαμηλωμένες, όταν έξαφνα μια ιδέα μ’ έκανε να σταματήσω. Διερωτώμουνα πού πήγαινα τόσο γρήγορα. Χωρίς να επιβραδύνω το βήμα, εστράφηκα παράπλευρα και διήνοιξα δρόμο προς τον ελεύθερο χώρο, διέσχισα μια χαράδρα κι εκάθισα σε μια πέτρα, ωσάν η σκληρή και καυστική αυτή πέτρα να ήταν ο σκοπός όλων μου των προσπαθειών.

Και τότε αισθάνθηκα «τούτο» για πρώτη φορά. Είδα ότι οι άνδρες αυτοί που εβάδιζαν σιωπηλοί κάτω από τις φλογερές ακτίνες του ήλιου, μισοπεθαμένοι από την κούρασι και τη ζέστη, που εταλαντεύονταν κι έπεφταν, ήσαν τρελλοί. Αγνοούν πού πηγαίνουν, αγνοούν την αιτία για την οποία ευρίσκονται κάτω απ’ αυτόν τον ήλιο, δεν ξέρουν τίποτε. Δεν έχουν κεφαλή επάνω στους ώμους, αλλά σφαίρες παράξενες και τρομερές. Να ένας που όπως κι εγώ γλυστρά γρήγορα ανάμεσα στις γραμμές, να ένας άλλος, ένας τρίτος. Να μια κεφαλή αλόγου με τρελά μάτια, με σαγόνια διάπλατα ανοιχτά, που προμαντεύουν μια παράξενη κραυγή, σηκώνεται και πέφτει. Το πλήθος συνωθείται σ’ αυτό το μέρος, ακούονται φωνές στριγγές, και υπόκωφες, ένας ξερός πυροβολισμός, έπειτα η σιωπηλή κι ατέλειωτη κίνησις ξαναρχίζει.
(Ακολουθεί)

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Εθνική Εστία», Νο1, Πάτρα, 25 Μαρτίου 1923, σελ. 6, στη σειρά «Ξένη Φιλολογία». Δεν έχουμε το επόμενο τεύχος οπότε και τη συνέχεια του κειμένου. Διατηρείται η ορθογραφία και το συντακτικό, αλλά όχι το πολυτονικό σύστημα.

Leave a comment