Μάριος Μαρκίδης (1940 – 2003), Ποιός είδε κόρην όμορφη να σέρνει ο πεθαμένος;

IM000853

ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΠΟΙΗΤΟΥ ΤΗΣ ΓΕΝΙΑΣ ΤΟΥ ’60

-Σχόλια του καιρού, οράματα, μα ο μήνας μπήκε οργισμένος
οι οχτώ συντρόφοι μου σώπασαν ή πέθαναν κι εγώ δεμένος στο πηγάδι
και τι τα θέλαμε τα προξενιά από τη Βαβυλώνα
η μάνα μας από καιρό έχανε τα δόντια της ξέχναγε πού έκρυβε τον καφέ
ξέχναγε αναμμένο στη φωτιά το μπρίκι
την είχαμε δώδεκα χρονώ κι ήλιος δεν την είχε φιλήσει
μα τι τις θέλαμε τις μεγάλες ελπίδες και τα προξενιά
έτσι κι αλλιώς δεν περίσσευε πια καιρός για Βαβυλώνες.
Ο χρόνος μπήκε δίσεχτος ο μήνας οργισμένος
αρχίσαμε να τρέχουμε από κηδεία σε κηδεία μυρίζαμε όλη μέρα λιβάνι γιατί ο παπάς
μεγάλωνε κάθε τόσο τη δόση
τρομαγμένος κι εκείνος απ’ τον πυρετό τρομαγμένος
με τόσους αγίους εγγυητές και το θανατικό να μη λέει να τελειώσει
κι ύστερα έφτασαν τα ληξιπρόθεσμα γραμμάτια
ξυπνήσαμε ένα πρωί και δεν είχε πια άλλα τραγούδια στο συρτάρι
δεν είχαμε πια συντρόφους κι οι δεσμοφύλακες είχαν κι αυτοί σχολάσει
κι η γριά έρημη σαν καλαμιά στον κάμπο και του λόγου μου ούτε νεκρός ούτε
ζωντανός δεμένος μόνο στο ξερό πηγάδι.
-Και στα οχτώ μνήματα γύρισα και στα οχτώ μοιρολόγησα
μου δείξανε μετά το δρόμο και σε βρήκα να λιάζεσαι εδώ
στο λειψό φεγγάρι
το σπίτι κλειδωμένο από καιρό καταβροχθισμένο απ’ τ’ αγριόχορτα και τα βάτα
άλλα παιδιά δεν είχε
της τα πήρανε όλα μέχρι που δεν έμεινε άλλος να κλάψει απ’ τον ίδιο τον εαυτό
της
βασίλευε πια μόνη της στις κάμαρες σαν ένα ξεχασμένο καντήλι
μα και συ τι γύρευες να βάλεις εγγυητή το Θεό και τόσους άτεκνους αγίους
δε θα της φέρεις πια ποτέ την Αρετούσα
Κάθε φορά βρε Κωσταντή στην άλλη όχθη
ολοζώντανος ανάμεσα στους πεθαμένους νεκρός για πάντα ανάμεσα στους ζωντανούς
δε βαρέθηκες αδερφέ να είσαι αντιπολίτευση…
Δε θα τη φέρεις πια ποτέ την Αρετούσα
Ποιός είδε κόρην όμορφη-
Κάνει το σύγνεφο άλογο μα χάθηκε η Βαβυλώνα
κάνει το φεγγάρι συντροφιά μα έσβησε ο δρόμος
έπεσαν τα ξανθά μαλλιά κι οι δεσμοφύλακες είχαν κι αυτοί σχολάσει
έπεσαν τα ξανθά μαλλιά το πήγορο μουστάκι
οι σύντροφοι τους έσφιξε η πείνα και βρήκαν μιστό σ’ ένα καράβι
άλλοι έφυγαν σταυροφόροι στην Παλαιστίνη κι άραξαν στους άγιους τόπους
άνοιξαν δουλειές με ψωμί άρχισαν να γράφουν αιτήσεις συνταξιοδοτήσεως για τους
ιθαγενείς που έπασχαν από ανίατο οιδιπόδειο
μα εσύ τι τις ήθελες τότε τις εγγυήσεις.
Δε βαρέθηκες αδερφέ μια ζωή αντιπολίτευση
δείξε και λίγη αυτοθυσία
καιρός να διαλέξεις (πάνω ή κάτω) τον τάφο σου, να βγεις απ’ το τραγούδι.

Leave a comment