Ο πλανήτης μας αποτελείται από μυριάδες κόκκους άμμου, καθένας από τους οποίους τον εξωραΐζει με τη δική του ιδιοσυγκρασία . Έτσι λοιπόν, καθένας από εμάς αποτελεί ένα ξεχωριστό κόκκο άμμου, καθιστώντας, έτσι, ακόμη πιο όμορφη την παραλία ή και τη θάλασσα που μας νανουρίζει απαλά με το κύμα της. Τι γίνεται, όμως, όταν όλοι οι κόκκοι άμμου έχουν το ίδιο χρώμα;
Αυγουστιάτικο βράδυ… Είμαι στην Άνω Πόλη με την παρέα μου και βλέπουμε τη «νύμφη του Θερμαϊκού» από τα κιάλια της Δήμητρας. Όλες έχουμε την ίδια διαπίστωση: όταν επικρατεί κίνηση στους δρόμους και η ώρα είναι αρκετά προχωρημένη, τα αυτοκίνητα φαντάζουν ακίνητα! Όντως! Οι πόλεις έχουν μεγάλους δρόμους και στις δύο πλευρές που τους περιστοιχίζουν, στα πεζοδρόμια, διαδραματίζονται πολλές ιστορίες. Τα αυτοκίνητα είναι απρόσωπα, ο οδηγός κρατά αναγκαστικά το τιμόνι, μερικές φορές γαντζώνει το χειρόφρενο, κάποιες άλλες πίνει μια γουλιά καφέ, το βλέμμα του, όμως, είναι πάντοτε μετέωρο κοιτώντας τον ορίζοντα του δρόμου, ευελπιστώντας σε κάποιο σημείο ο «διαιτητής» να σφυρίξει τη λήξη του μποτιλιαρίσματος. Τα μάτια του έχουν ενδυθεί την κούραση της ημέρας, ήδη τα μικρά αγγεία των ματιών αρχίζουν και σπάνε σχηματίζοντας έτσι μικρές κόκκινες ρωγμές, ενώ οι μαύροι κύκλοι έχουν την τιμητική τους. Η μονοτονία είναι καθημερινή ρουτίνα στους δρόμους, δίχως, ωστόσο, διάλειμμα για ξεκούραση. Το φανάρι εναλλάσσεται συνεχώς: κόκκινο, πράσινο… και τότε, τα αυτοκίνητα τρέχουν για να προλάβουν τους δείκτες του ρολογιού!
Οι περαστικοί έχουν παρόμοιο πρόγραμμα.. Περπατούν στο πεζοδρόμιο, άλλοι γελούν δίχως λόγο και ακριβώς δίπλα τους κάποιος άλλος εξωτερικεύει τις πληγές που αέναα ματώνουν και τον βασανίζουν με τη μορφή καταρράχτη δακρύων.. κάποιος άλλος μιλά στο τηλέφωνο και πληροφορείται ένα δυσάρεστο γεγονός.. Διαμετρικώς αντίθετα, λίγα μέτρα πιο δεξιά ή αριστερά πραγματεύεται μια ερωτική εξομολόγηση! Χιλιάδες ιστορίες, χιλιάδες άνθρωποι, κι όμως, είναι όλοι τους απομονωμένοι. Η επικοινωνία έχει πλέον σβήσει από το χάρτη δημιουργίας ανθρωπίνων σχέσεων και τη θέση της έχει πάρει η απομόνωση που αποτελεί, πλέον, πανδημία…
Τώρα είμαι Σύνταγμα, όλοι προχωρούν, παίρνουν το μετρό, τον ηλεκτρικό, όλα τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Όλοι απέκτησαν την αθεράπευτη νόσο της εποχής μας, τη νόσο της βιασύνης… Κάποιους, τους βλέπω σχεδόν κάθε μέρα, δεν τους γνωρίζω, όμως, μου είναι άγνωστοι. Δε δέχονται όλοι μια «ανοιξιάτικη καλημέρα» και ένα ζεστό χαμόγελο.. Συνήθως, τα άτομα που θέλαμε να είναι κοντά μας, να τα βλέπουμε να περπατούν, να γελούν, ακόμη και να λένε κουταμάρες για να σπάσει η μονοτονία, για να δημιουργηθεί έκρηξη γέλιου, βρίσκονται κάπου αλλού, κάπου μακριά. Και πράγματι, καθένας περπατά, γελά, εκφράζει ασυναρτησίες με το δικό του πανέμορφο τρόπο, με ένα εντελώς ξεχωριστό, που όμοιό του δεν υπάρχει! Άραγε, έχετε αναρωτηθεί ποτέ, αν λείπετε σε όσους σας λείπουν; Ποια είναι η απάντηση σε αυτό το δύσκολο ερώτημα;
Σκέφτομαι την απάντηση. Και να έλειπα σε κάποιους, ίσως δεν το μάθω ποτέ. Η σημερινή κοινωνία φοβάται να πει «μου λείπεις», διστάζει, λες και είναι το πιο άσχημο πράγμα στον κόσμο. Ίσως είναι αρκετά συναισθηματική φράση και η καρδιά τους δε θα αντέξει την πίεση αν εκφράσουν όσα νιώθουν. Όχι φυσικά, δεν πρέπει! Μάλλον έχουν σχηματίσει την πεποίθηση πως πρέπει να γίνουμε αναίσθητοι για να επιβιώσουμε! Η σημερινή κοινωνία φοβάται την ειλικρίνεια. Δεν έχει και άδικο. Η αλήθεια μας πονά αρκετές φορές, γι’ αυτό κι εμείς διστάζουμε να την κοιτάξουμε βαθιά στα μάτια διότι γνωρίζουμε πως θα στεφτούμε ανόητοι, μετανιώνοντας για όσα δεν κάναμε ή δεν είπαμε.
Το φανάρι είναι κόκκινο για τη σιδηροδρομική αμαξοστοιχία. Πριν περάσω απέναντι, την κόρη του ματιού μου μαγνητίζει μία μελαχρινή στο πίσω κάθισμα ενός ταξί. Η εικόνα της αποθηκεύεται στα γρανάζια του εγκεφάλου μου, και, συγκεκριμένα, στο σημείο της μνήμης. Τη σκέφτομαι καθώς πηγαίνω σπίτι. Ήταν δυσαρεστημένη, σκεπτική, ενώ το βλέμμα της κοιτούσε μηχανικά το πίσω μέρος του καθίσματος του οδηγού, σκεπτόμενη, ωστόσο, κάτι παντελώς διαφορετικό και σίγουρα, στα δικά της μάτια, η εικόνα είχε σχηματιστεί υπό διαφορετικές αποχρώσεις χρώματος και περιστάσεων.
Στις πόλεις, κανείς δε μένει ο εαυτός του, όλοι κουβαλούν και ένα κομμάτι από τους άλλους. Αυτό συμβαίνει διότι επηρεαζόμαστε ακόμη και από το μποτιλιάρισμα, από τον κάθε περαστικό που περνά δίπλα μας, από το άρωμα που εκπέμπει η δική του αναπόφευκτα κουραστική καθημερινότητα. Ίσως κάθε πολίτης να νιώθει κομμάτι πάζλ μιας πολυκατοικημένης Τσιμεντούπολης της Μέγα αναλγησίας ενός απρόσωπου Τσίρκου! Δεν υπάρχει οικειότητα, δεν υπάρχει φύση! Και ο άνθρωπος μακριά από τη φύση χάνει την αισθαντικότητά του, την αγνότητά του, τη δική του εντυπωσιακά ξεχωριστή μοναδικότητα, γκρεμίζεται από την αλήθεια της ζωής, «δίνει άκυρο» στο νόημά της… παύει να είναι άνθρωπος. Στα μάτια μιας παιδικής, αθώας ψυχής, οι μεγαλουπόλεις μεταμορφώνονται σε δράκους των παραμυθιών που πυροδοτούν ολοένα και περισσότερα γήινα τέρατα, καταστρέφοντας, έτσι, τους ήρωές τους, όσους αγαπούν. Στα δικά μου μάτια, η βοή του χάους, η βοή της αναλγησίας που επικρατεί στην «Ειρκτή» της πόλης με τοποθέτησαν ανάμεσα στους λύκους, άθυρμα των ματιών που απρόσμενα καραδοκούν τα θύματα… και όλοι αναζητούμε το χαμένο ήρωα των παραμυθιών που θα πολεμήσει το μεγάλο δράκο. Αναζητούμε τον εαυτό μας για να γίνουμε ξανά οι υπέροχοι κόκκοι άμμου της παραλίας, για να αποκτήσουμε ταυτότητα.
