“Ο εαυτός μας είναι οι άλλοι” – Η ποιητική του Γιώργου Γιαννόπουλου στο Θέρος των βροτών

b164520

Της Έρμας Βασιλείου

Ο Γιώργος Γιαννόπουλος είναι ποιητής μιας σύντομης, λεπτής, ευγενικής και δυνατής καθόδου στην ψυχή του αναγνώστη του λόγου του. Είναι τα λόγια του κρυμμένα, αλλά εύστοχα και εκκωφαντικά διαπερνούν την ύλη και το αιωνόβιο σώμα της ψυχής, μέσα από το μικρό σε μέγεθος βιβλίο του Το Θέρος των βροτών. Και φυλαγμένα εκεί, με τα λίγα, ελάχιστα κομμάτια που αφήνει να μεταφέρουν το φαινομενικά ακατέργαστο σε εξαιρετικά επεξεργασμένο, μας παραδίδουν την ποιητική του τέχνη!

Το Θέρος των βροτών του Γιώργου Γιαννόπουλου φωνάζει και εκ της σύνθεσής του για την κριτική κατανόηση που του αρμόζει. Πρώτον για το λακωνικό του περιεχόμενο, και δεύτερον για το δύσκολο σέττινγκ μέσα στο οποίο και εικονικά εκτίθεται η φωνή του ποιητή. Το βιβλίο φιλοξενεί στις σελίδες του τα συνοδευτικά, ομιλητικά σχέδια του Κυριάκου Λαζαρίδη. Η παρουσία τους προκαλεί διπλό δέος αλλά και διπλό κάματο στο μελετητή. Μια ύλη λογοτεχνική που υποστηρίζεται και από την εικαστική τέχνη απεικονίζει μέσα από τα μάτια ενός δεύτερου δημιουργού την ερμηνεία των γραπτών εκφωνήσεων του ποιητή! Αυτό το πάντρεμα των εναλλακτικών σελίδων είτε θα χρησιμοποιηθεί για μια βαθύτερη, πιο απαιτητική μελέτη από κριτικούς και της εικαστικής τέχνης είτε θα απαιτήσει μια ευκρινέστερη, του λογοτεχνικού μόνο μέρους, κριτική.

Κι ενόσω η ερμηνεία της τέχνης του λόγου μου το επιτρέπει, η παρούσα κριτική έρχεται να συνδεθεί με τα υπόλοιπα σαν μια τρίτη, εκτός σέττινγκ υπόσταση του βιβλίου, που θα μελετήσει μόνο το ένα σκέλος των δημιουργιών που περιέχονται σ’ αυτό: τον έντεχνο λόγο, και στην παρούσα περίπτωση την ποίηση του Γιώργου Γιαννόπουλου.

Για την ποίηση ποιος δεν θα μπορούσε να θαυμάσει την ακόλουθη ρήση!

“Expérience sans mesure, excédante, inexpiable, la poésie ne comble pas mais au contraire approfondit toujours d’ avantage le manque et le tourment qui la suscitent.”

“Εμπειρία χωρίς μέτρο, επίπονη, ανεξιλέωτη, η ποίηση δεν ικανοποιεί αλλά αντίθετα κάνει πάντα περισσότερο βαθιά την έλλειψη και το βασανιστήριο που την εγείρουν.” (μετάφραση Ε.Β.)

Με τα λόγια αυτά του Γάλλου ποιητή και κριτικού Jacques Dupin από το έργο του Moraines1 θα μιλήσει μέσα μας η απάντηση για κάθε ενέργεια ανάλυσης ποιητικού λόγου. Η έλλειψη και το βασανιστήριο ή αν θέλετε το βάσανο ν’ ανοίξει κανείς ένα καλά κλεισμένο όστρακο, σε βαθμό που η δίψα της έρευνας να μην το αντέχει άλλο, είναι η καλύτερη εικόνα που μπορώ να δώσω στην παρούσα στιγμή, ενώ κρατώ στα χέρια μου Το θέρος των Βροτών.

Και πρώτα ο ορισμός της λέξης βροτός όπως ζητά να ερμηνευτεί μέσα από το έργο. Είναι τελικά ο θνητός ένας απλός θνητός; Και το θέρος… να είναι η συγκομιδή ή το αλώνισμα, και σε επέκταση το ξεκλήρισμα; Είναι το αποκορύφωμα των εποχών ισοδύναμο με τον οίστρο της ωριμότητας και στη συνέχεια της ανώτερης πνευματικής κατάκτησης; Να είναι ο θάνατος αυτή η ωριμότητα; Ο θάνατος από την απομόνωση λόγω αυτής της ίδιας της ωριμότητας; Ή ο θάνατος επειδή δεν υπάρχει τίποτε περισσότερο από αυτήν την κορύφωση (climax) της πνευματικής ουσίας που δίνεται από τον άνθρωπο στον άνθρωπο;

Η λέξη βροτός είναι ένα από τα νήματα που αρπάζω και αρμάζω2 με τα υπόλοπα. Ετυμολογείται από το μόρος, λέξη αρχαία ελληνική για τον θάνατο. Στην αρχική της μορφή η λέξη μας θυμίζει το mors-mortis, τον θάνατο των Λατίνων, εξού και οι άλλες μορφές της ίδιας λέξης στις λατινογενείς γλώσσες, που σημαίνουν ακριβώς το ίδιο.

Η γενική πτώση με την οποία μας παρουσιάζεται στον τίτλο της συλλογής η λέξη βροτός μας προετοιμάζει για μια ταξινόμηση, μια εργασία για το σύνολο. Δεν είναι δύσκολο ν’ απαντήσω γιατί διάλεξα να συνδέσω τον αιώνιο Dupin στο στίγμα του μελανιού της παρούσας κριτικής.

Avec quelques-uns
ou personne
si je dois je le fais

Με ορισμένους
ή με κανέναν
όταν οφείλω το κάνω

(Ε.Β.)

Μόνος, ο Γιαννόπουλος, αισθάνεται ότι οφείλει να δώσει, il le fait, το κάνει, με το δικό του πνεύμα, τον προσωπικό του στίχο, στους υπόλοιπους (to the others) για τους υπόλοιπους (for the others).

Είναι απαιτητικές οι ερωτήσεις που αναβλύζουν από τις σελίδες του βιβλίου κι αναρωτιέμαι πώς θα δοθεί απάντηση που να ικανοποιεί την υπομονή του μελετητή που προσβλέπει στο άνοιγμα του κλειστού οστράκου με τη γλυκιά, ελαφρά αλατισμένη κόκκινη σάρκα, μέσα στα φύλλα του πράσινου ανοικτού εξώφυλλου, που το τιτλοφορεί και το προστατεύει.

Κι ενόσω η Αφρική και μάλιστα το Κονγκό συμπεριέχεται αναφορικά στο ανά χείρας βιβλίο, έστω και αμυδρά σε δυο ποιήματα, πηγάζει ωστόσο και από τη ζωή της γράφουσας, καθώς και από το επόμενο, συμβολικά πλεγμένο παράδειγμα, δράττομαι της ευκαιρίας να μοιραστώ τα ακόλουθα, ενόσω συσσωρεύεται μέσα μου, ηδέως τραυματικά, το υλικό για την ανάλυση.

Διαβάζοντας για πολλοστή φορά Το Θέρος των βροτών, βρέθηκα να δίνω έναν υπότιτλο, (το κάνουμε με βιβλία που μας εμπνέουν), στο μεγάλο σε μηνύματα έργο του ποιητή. Στη μνήμη μου μια φράση της Mangala3, της lingua franca των κατοίκων του βορειοανατολικού Κονγκό (όπου μεγάλωσα), η φράση soka na mangbe4, που εξηγείται στα ελληνικά σαν τσεκούρι του κεραυνού. Έτσι ονομάζουν οι κάτοικοι της περιοχής, οι Μανγκμπέτου, ένα μικρό και σπάνιο βαρύ ουράνιο σώμα, όχι μεγαλύτερο από είκοσι ή εικοσιπέντε εκατοστά σε μήκος. Ίσως το μοναδικό που είχα την τύχη να δω να είχε μόνο δεκαπέντε εκατοστά πλάτος, με σχήμα που πήρε η πορεία του στη γη. Αρκετά μυτερό και πλατύ στην άκρη, σαν λάμα, αξίνα, ουράνιος πέλεκυς. Μια παλάμη άνοιγμα, ενωμένη α’ ένα ακατέργαστο υπόλοιπο, βαρύ γεμάτο σημάδια σώμα, έμοιαζε με κομμάτι που αποσχίστηκε από αστεροειδή. Κάτι που σπανιότατα ανακαλύπτει κανείς στα αιωνόβια δέντρα της περιοχής, λόγω της πυκνής βλάστησης που δεν το αφήνει να βρει τη γη. Το σώμα βρίσκει στόχο ένα δέντρο. Τις μεγάλες περιόδους των τροπικών βροχών, και σε κεραυνόπληκτες περιοχές, το σώμα καταλήγει στην καρδιά ενός δέντρου, αλλά δεν το καταστρέφει. Το δέντρο μεγαλώνει με τον πέλεκυ στο κέντρο του κορμού του. Μια σφαίρα, θα μπορούσε ακόμα να πει κανείς πως είναι το τσεκούρι του κεραυνού, μια ουράνια σφαίρα, ή μια μεγάλη, χαραγμένη υποσημείωση στην ύλη που το φυλάει.

Κανένας δεν προβλέπει πού θα φιλοξενηθεί ένα τσεκούρι του κεραυνού, και γίνεται έτσι εύρημα αξίας, όταν η ύλη, το δέντρο, θα έχει πέσει στη γη με τα χρόνια, ή τη μεγάλη καταιγίδα. Μια ύλη που θα ξηλεύεται ο καθένας. Οι ιθαγενείς των τροπικών το ανακαλύπτουν τυχαία, όταν θελήσουν να επωφεληθούν από αυτό που κρύβεται. Κανένας δεν μαντεύει πού πέφτει ένα τσεκούρι του κεραυνού… Η ύλη ενός δέντρου που το άντεξε (ή, στη συμβολική του υφή, η ύλη του βιβλίου που το διαφύλαξε) θα χρησιμοποιηθεί από τους ντόπιους για θεραπείες και ιεροτελεστίες.

Δεν είναι συχνά που βρίσκονται τέτοια σώματα στη σάρκα των αιωνόβιων δέντρων των τροπικών, και τα αντικείμενα αυτά δικαίως θεωρούνται θεόσταλτα.

Και δεν είναι συχνά που βρίσκονται βροτοί σε ένα θέρος που δεν ανήκει σε μια εποχή. Ανάλογα με το καλά φυλαγμένο μήνυμα στο βιβλίο, το θέρος, είτε καλοκαίρι είναι είτε θερισμός των βροτών, είτε θνητοί είναι αυτοί είτε περιορισμένοι σε ένα άλλου είδους ουράνιο σώμα, έχει σαν όλο ασφαλιστεί και σφραγιστεί από ένα τσεκούρι που ήρθε για να κρυφτεί με προορισμό την εύρεσή του. Που ήρθε μέσα από φως για να φωτίσει. Με το συμβολισμό αυτό, Το Θέρος των Βροτών είναι ένα βασανιστικό δείγμα (με την έννοια του βασάνου που μας δίνεται από τον Jacques Dupin) ένα μικρό σε μέγεθος αλλά γεμάτο από ερμηνείες έργο. Είναι ύλη στα τροπικά του καθενός (του τρόπου με τον οποίο συνίσταται) και τυχερό στις καθημερινές του ιεροτελεστίες. Αυτά ακούγονται πολλά και ίσως το ίδιο μυστικά και ακατέργαστα. Δεν υπάρχει ωστόσο άλλος τρόπος, ευκολότερος για να διεισδύσει κανείς σ’ ένα φαινόμενο, με τη σημασία του φανερού αλλά και του μη ορατού ταυτόχρονα, όπως είναι αυτό της ποίησης. Ένα φαινόμενο ανθρώπινο, άρα περιορισμένο, αλλά ταυτόχρονα και αιωνόβιο άρα και αόριστο, που εμφανίζεται εκ του αγνώστου σύμπαντος να βρει την τύχη του σε ύλη που μπορούμε να ονομάσουμε κατανόηση, εξέλιξη ή και καταστροφή πριν την ωρίμανση. Τι από όλα να αντιπροσωπεύει αυτή η ύλη… τι προσφέρει στην προσφορά της υπομονής μας;

Προσφέρει το όλο μέσα από τις διάφορες στάσεις που ακολουθεί ο βροτός.

Ξεκλήρισμα: διάφανο δάκρυ/στο ικρίωμα σκιάς/δυο στόμια γαλαρίες/κι ένας σωρός θολός/κιτρινόμαυρης σιωπής/η αγωνία του εγκλωβισμένου/η δίψα που γίνεται πνιγμός. Το θέρος των βροτών, σελίδες 41, 42.

Οι νεκροί πεθαίνουν αφού…θεριστούν από τα πνευματικά τους δώρα;
Αλώνισμα: Ο πατέρας μου ο Οιδίπους/φοβόταν ότι είχε κρεμαστεί / απ’ το ποδάρι/ της νιότης./ Έζησε δίκαιος, έγινε σοφός/πιστός στην κληρονομιά του/δεν ήξερε αν έτρωγε τον πόνο/ή αυτός τον κατέτρωγε./ Βρυξέλλες, σελ. 31.

Οι νεκροί δεν έχουν πεθάνει, ευφημιστικά το θέρος ή ο θερισμός να είναι η ωριμότερη περίοδος, άρα και η παντοτινή ζωή; Ωριμότητα: Ο εαυτός μας είναι οι άλλοι, /το χέρι που μας απίθωσε/στη λήθη του χρόνου/η συγκατάβαση στο λεπίδι του ήλιου/{…} Ο φίλος που βούτηξε στο κενό/ κι άφησε ανέπαφη τη νεκρική του ευγένεια./ Ο εαυτός μας είναι οι άλλοι, σελ.59.

Οι άνθρωποι δεν έχουν εξαπατηθεί από την αμβροσία;
Οίστρο: Κάποιος πεθαίνει/λένε μετά/- ξέρεις, /τον είδα στ’ όνειρό μου/κι έτσι ζωντανεύουν οι νεκροί/ Παραμύθι, σελ.32. Η εξάλειψη είναι όσων έχουν οικειοθελώς εγκαταλειφθεί σε ένα άλλο θάνατο; Κατάκτηση: Μετά συμπονείς τους θαμμένους/που λιώνουν/ κι η εντροπία των αισθήσεών τους/απωλαίνει την ευεργεσία της ζωής./ Άνεμος ευεργεσίας, σελ. 15.

Η καλοκαιρία και ο θάνατος είναι σχεδόν ταυτόσημες λέξεις;
Ισοδυναμία: Συγχώρεσε όλους εμάς/όχι για να βρει η ψυχή μας ανάπαυση/αλλά ευκαιρία/ Ο δάσκαλος, σελ.23.

Είναι μεγάλος ο πειρασμός να μην αναφερθώ και πάλι στον Dupin. Όταν άρχισα τη μελέτη αυτή, ο Γάλλος ποιητής ήταν ακόμα εν ζωή. Μας έφυγε στις 27 του Οκτώβρη του 2012. Κι αυτή την αναφορά μου την κάνω και σαν μνημόσυνο ζωής. Γιατί όταν πεθαίνει ένας ποιητής έχει προ πολλού γεννηθεί ένας άλλος… Κι εύχομαι να δέσω τα θέρη και τα στάχυα της ποίησης του Γιαννόπουλου μέσα από Το Θέρος των βροτών του, και να δώσω μέσα από την ανάλυση απαντήσεις που σχετίζονται με τις αναφορές στην κοινή πορεία και τη μοίρα του ανθρώπου, την αλυσίδα της εξονυχιστικής ανάλυσης των δοκιμασιών του, την εξαντλητική συνέχεια του καμάτου του, που, όπως τον καιρό των Ρωμαίων δούλων, πληρώνεται με μια χούφτα αλάτι η δουλειά του (η αγγλική λέξη salary, μισθός, είναι από το λατινικό sal-salis, αλάτι) με τη συμβίωση, τη συνοδοιπορία και τον συνταξιδιώτη. Έτσι το θέρος γίνεται των πολλών, δεν είναι μόνο του ενός, όπως δεν είναι του ενός η δόξα, ή η αποτυχία, ή η απώλεια, η χαρά, ή η ελεημοσύνη ή το κάθε συναίσθημα ή απόκτημα. Είτε μοιραζόμαστε τ’ αγαθά δίκαια είτε όχι, είτε κομματιάζουμε τον πόνο μεταξύ μας είτε όχι, η εικόνα των πολλών και της κοινής πορείας φωνάζει μια σύνδεση σε όλα, τη μεγάλη σύνδεση των βροτών σε μια ίση ευκαιρία. Υπάρχουμε ο ένας μέσα στον άλλον. Υπάρχουμε μέσα από τον άλλον. Υπάρχουμε κατά τον άλλον. Άτονο εδώ το κατά5 . Αυτό το “όλο”, το σύνολο, το γενικό το μεταφράζω και δια μέσου μιας άλλης έννοιας, μιας γενίκευσης αλλά κι ενός πληθυντικού που σχηματίζει το γαλλικό “on”, που βρίσκουμε εδώ στο ακόλουθο απόσπασμα, και πάλι από το Moraines του έργου του Dupin L’Embrasure:

…Commencer comme on déchire un drap, le drap dans les plis duquel on se regardait dormir. L’acte d’écrire comme rupture, et engagement cruel de l’esprit, et du corps, dans une succession nécessaire de ruptures, de dérives, d’embrasements. Jeter sa mise entière sur le tapis, toutes ses armes et son souffle, et considérer ce don de soi comme un déplacement imperceptible et presque indifférent de l’équilibre universel. Rompre et ressaisir, et ainsi renouer. Dans la forêt nous sommes plus près du bûcheron que du promeneur solitaire. Pas de contemplation innocente. Plus de hautes fûtaies traversées de rayons et de chants d’oiseaux, mais des stères de bois en puissance. Tout nous est donné, mais pour être forcé, pour être entamé, en quelque façon pour être détruit, – et nous détruire… 6

Ψάχνει κανείς να βρει ένα νήμα, μέσα στα στάχυα του θέρους, να δέσει το πρώτο δεμάτι της έρευνας και εξήγησής του και βρίσκει ξαφνικά πως Η ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη/ δεν γίνεται τραγούδι/ γιατί η ζωή αναπτύσσεται κρυφά./ Ωωωωω! Πέλεκυς άκακος! Και για να βρει κανείς το νήμα θα πρέπει να δώσει μια καθαρή ερμηνεία τού τι είναι η ποίηση του Σαχτούρη, από ποιον δεν γίνεται τραγούδι, και γιατί δεν γίνεται τραγούδι αυτό που αναπτύσσεται κρυφά.

Η κρυπτογραφία την οποία αναζητώ αρχίζει έτσι απ’ αυτό τον στίχο, γιατί το κρυφό είναι αρχή ερμηνείας ή μη ταξινόμησης. Τα σύμβολα αρχίζουν από τα ίδια τα σύμβολα. Και παίρνω το νήμα να το βρω στην επόμενη κουκίδα που το συνδέει. Από το ποίημα που τιτλοφορετίατι Τα τύμπανα της Αφρικής που ιδιαίτερα συγκινεί, αναζητά ο παλμός την ψυχή που ορίζει ή ορίζεται από την σιωπή, και προχωρώ στο βιβλίο και την ύλη του για να βρω τον αστεροειδή που περιμένει στα έγκατα της φιλόξενης, εισοδικής, ποιητικής βάφτισης στους στίχους του Γιαννόπουλου. Ο ρυθμός του τυμπάνου θα χαρίσει την αρχή ενός νήματος. Αυτός, όπως οι στίχοι του Σαχτούρη/ ορίζει τη σιωπή/ τη ραχοκοκαλιά της μελωδίας/ κι έπειτα έρχεται ο χρόνος./ Τα τύμπανα της Αφρικής, σελ. 17.

Ο χρόνος για τον οποίο μιλάει ο ποιητής γίνεται όχι τόσο από τον ήχο των με γάλων ή μικρών τυμπάνων αλλά από την ενδιάμεση σιωπή, την εκτίμηση της ηχούς και των όσων αφήνει να προσθέσουμε σε μια ραχοκοκαλιά λέξεων που έχουν όλες αριθμημένη θέση. Με λίγα λόγια, στα ξεσχίσματα του σεντονιού, όπως ακριβώς το περιγράφει ο Dupin, που κάποτε κοιμόμασταν, είτε σαν περιπατητές είτε σαν ξυλοκόποι αποφασίζουμε για την τύχη του πνεύματος και βρίσκουμε τον ύπνο μας αφού πρώτα αποσυντεθούμε από αυτόν. Η ζωή στην αποσύνθεση γεννιέται, η ζωή στο κρυφό γίνεται τραγούδι, και ο ήχος στο κενό ακούγεται. Ένας τρόπος ανάπτυξης ερμητικός όσο και σκληρός, αν δεν ερμηνευτεί.

Το διάστημα ανάμεσα από τις λέξεις μας περιμένει να το ενεργοποιήσουμε και η ταχύτητα να την μετρήσουμε. Φώτα ή αστέρια, οι στίχοι αποτελούν φωτεινά κόμματα μέσα σε προτάσεις που καταλαβαίνουμε από όσα λείπουν παρά από όσα βρίσκονται γραμμένα. Σ’ αυτή τη ραχοκοκαλιά, σ’ αυτό το ρυθμό θα προστεθεί η ανάγκη να ξεφύγει κανείς από το θέρος, το θερισμό της ψυχής του που βασανίζεται στο δίστρατο, εκεί όπου ο περιπατητής θα γίνει χειρωνάκτης. Θα κουράσει το σώμα και το πνεύμα και θα κόψει από το δέντρο.

Και ιδού, η οπτασία που δεν αφήνει το αιώνιο άρρεν να πάρει εύκολη πορεία. Μια κόκκινη γυναίκα, μια διπλή περιγραφή του ξελογιάσματος του κάθε είδους, όχι μόνο από το φύλο αλλά και το χρώμα που αδυνατεί τη θέληση.

Femme rouge, κόκκινη γυναίκα… Οι ονομασίες των χρωμάτων είναι μετρημένες, σε ορισμένες γλώσσες, έτσι και οι Μανγκμπέτου με τη λέξη κόκκινο εννοούν το καφέ, το μωβ, το σκούρο πορτοκαλί, ό,τι είναι γεμάτο φως και αναστατώνει το πνεύμα. Ό,τι θεριστικό και έτοιμο για συγκομιδή, τρωτό ωστόσο στο νεύμα.

Μια άλλου είδους συγκομιδή:
Μια κόκκινη γυναίκα τρέχει/ κι ερυθριάζουν οι ρώγες της/ όπως το πλατύφυλλο πυρώνει στον πόθο της γης/ {…} Μια κόκκινη γυναίκα τρέχει/ ανέλπιστη γιορτή μνήμης/ αυτό το ξέσπασμα ελπίδας και φωτιάς./ Ορατό κόκκινο στο κόκκινο ένα σπάνιο φαινόμενο, ορατό από έναν άντρα ή ένα κεραυνό κρυμμένο ή ένα μη ονειροπόλο που περιμένει να δει το δέντρο σαν πιθανό κομμένο ξύλο, που περιμένει να δει να ανασταίνεται από τη μοίρα των βροτών. Μια μοίρα σε χαρές ποιημάτων και αναμνήσεις νεκρών. Τα ποιήματα/αναμνήσεις νεκρών./ Ποίηση σελ 45. {…}

indifférent de l’équilibre universel. {…} (J. Dupin) Ανάγκη να φύγει η ανάγκη του πόθου, ανάγκη να αφομοιωθεί το γρήγορο ποθητό που μπορεί να εξοστρακίσει το πνεύμα, ανάγκη να θελήσει, η ελπίδα και η φωτιά να εξισώνονται πριν ακόμα γεννηθούν. Αυτό είναι που φαίνεται να παιδεύει πριν ακόμα ανοίξει σαν όστρακο.

Έχω έτσι τώρα την σίγουρη ελπίδα που μπορεί να αισθανθεί ο άντρας που αδυνατεί από την παρουσία μια κόκκινης γυναίκας, που εξερευνώ μέσα μου σαν θηλυκό και βρίσκω πως από γυναίκα μπορεί και η αγνότητα μπορεί και το ψέμα να ξεφύγουν με τόση απαλότητα…

Και βρίσκω πως παρότι υλοτόμος του μικρού αυτού στα χέρια μου βιβλίου δεν μπορώ να βρω το τσεκούρι που δεν θα με θερίσει.

Παντοδυναμία!
Και πρέπει γρήγορα να φτάσω στο κομμάτι που μου λέει πως Ο εαυτός μας είναι οι άλλοι. Είναι σκέψη και ρήση του ποιητή Γιώργου Γιαννόπουλου. Μέσα από το σύνολο, μέσα από το θέρος μόνο μέσα από τον ζωτικό θερισμό, σε ωρίμανση ή απώλεια, σε όσα μας βλέπουν οι γύρω, βρισκόμαστε όλοι το ίδιο.

Και πρέπει γρήγορα να φτάσω και σε άλλες παραμέτρους να συνεχίσω το εύρημα του ευρήματος γιατί η λήθη των όσων μπορεί να προκαλέσουν τα σιβυλλικά μηνύματα αλλά και ο γεροδεμένος σε δεσίματα ρεαλιστικός σουρεαλισμός του Γιαννόπουλου με υποχρεώνει ν’ αναζητήσω απαντήσεις και λύσεις σε μηνύματα που δεν μπορεί να κτιστούν περισσότερο, γιατί λιτά και μετρημένα είναι, και έχουν όλα την ίδια ονομασία, όπως το κόκκινο χρώμα των Μανγκμπέτου.

Πρωτόγονη αλυσίδα!
Και βρίσκω πως αρκεί μια στιγμή στο φως. Και ανακαλύπτω πως Καμιά φορά/έπειτα από έναν αφόρητο καύσωνα, /έναν αιφνίδιο θάνατο/ μια υπνωτισμένη εποχή/ηρεμούν/το φως, /τα νερά, τα φώτα. Και εξιχνιάζω πως η σιωπή είναι της σφαγής. Και αποδέχομαι πως Οι νεκροί σηκώνουν στα χέρια τους/ το βάρος των ανθρώπων./ Και ταυτίζομαι με το ότι Η γυναίκα εμφανίζεται με δύο διαστάσεις/ Και δέχομαι πως Σαν τον πόθο/ να ξαναγίνει η σάρκα/ατίθαση/ σαν τη σημασία των ονομάτων.

Καλοκαιρία!
Και τελειώνω πιστεύοντας πως Το Θέρος των Βροτών, είναι καλοκαίρι, όπου πέφτει στην ψυχή μου σαν κεραυνός που ασφαλίζει, τσεκούρι που δεν κομματιάζει. Και περιμένει να το βρει ένας τυχερός, όπως στάθηκα στο διάβα της ανάγνωσής του.

Είναι κρυφός ο παράδεισος των εννοιών του ποιητή, του αιώνιου αστεροειδή που αφήνει κομμάτια να πέφτουν από χιλιάδες έτη φωτός σ’ όποιον τα ανακαλύψει και θελήσει να τα μοιραστεί εκφράζοντας τη γεύση τους.

Είναι αλυσίδα ο βροτός, ο καθένας μας, μόνο…όχι για τον εαυτό του αλλά για τους άλλους, όπως και οι άλλοι θα πρέπει γι’ αυτόν.

*Η παρούσα παρουσίαση δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ένεκεν”, τεύχος 27, Ιανουάριος-Μάρτιος 2013.

**Η Έρμα Βασιλείου γεννήθηκε στη Λεμεσό της Κύπρου και μετανάστευσε σε πολύ μικρή ηλικία στο Βελγικό Κονγκό. Στην Αυστραλία μετανάστευσε το 1987. Είναι διδάκτορας Φιλολογίας, πτυχιούχος Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου La Trobe της Μελβούρνης, ερευνήτρια ακαδημαϊκός και επισκέπτρια καθηγήτρια του Εθνικού Πανεπιστημίου Αυστραλίας. Έχει πλούσια ερευνητική δραστηριότητα στη Μεσαιωνική Κυπριακή, Μεσαιωνική Γαλλική και στη μελέτη της Ελληνικής γλώσσας στα χρόνια του Βυζαντίου. Ποιήτρια, κριτικός λογοτεχνίας, μεταφράστρια και δασκάλα Ελληνικής σε παιδιά τρίτης και τέταρτης γενιάς.

2 responses to ““Ο εαυτός μας είναι οι άλλοι” – Η ποιητική του Γιώργου Γιαννόπουλου στο Θέρος των βροτών

  1. Pingback: Ένεκεν, Νο 27, Ιανουάριος-Φεβρουάριος-Μάρτιος 2013 | tokoskino

  2. Pingback: Ο εαυτός μας είναι οι άλλοι – ermavasileiou.wordpress.com

Leave a comment