Φτάνανε κι άλλοι
κι ύστερα
κι άλλοι κι άλλοι.
Οι περιοχές
γιομίζανε ανθρώπους.
Χωρίς έρωτα
τώρα το πράγμα
φαινότανε απλό.
Αντηχούσε μια
παράξενη μουσική.
Τη λέγανε
το φως του θανάτου
Κι όλο ερχόσανται
άνθρωποι
κρατώντας πανέρια
γιομάτα γης.
Τ’ αδειάζανε, φεύγανε
και πάλι
απ’ την αρχή.
Δεν προφταίνανε
για πράγματα πολλά.
Μ’ άρεσε αυτή η διαδικασία.
Κοιμήθηκα,
θυμάμαι,
κάτου από μια βελανιδιά
τη πρώτη νύχτα,
την είχε κουβαλήσει
ένας κίτρινος
Απ’ το στόμα μας
έτρεχε νερό.
Καμπόσοι θέλανε
να τα μαζώξουμε
και να φύγουμε.
Είπαμε να μείνουμε
και μείναμε.
Κυκλωμένοι
από γιγάντιους κρίνους,
πότε – πότε,
έφτανε στ’ αυτιά μας
η φωνή
των άλλων ομάδων.
Μ’ είχες ανάγκη
τότε Λεφτεριά
γιατί με κάτι έπρεπε
να ζευγαρώσεις
κι αυτό ποτέ
δεν μπορεί
να είτανε ένα φίδι.
Ακόμα μ’ απασχολεί
η πρώτη σου αδιαλλαξία.
Ναι, δεν με ήθελες.
Μετανοιωμένοι
που διώξαμε τα σύννεφα,
τόσο νερό
δεν ξέραμε
τι να το κάνουμε.
Μες στο κήπο
πάντως
γινότανε μια γλυκεία φασαρία.
Οι επαναστάτες.
Κι ο δρόμος Γκρενέλ
ερχόσανται κατά πάνου μας.
Οι συμφωνίες.
δεν συγκρατήσανε κανένα.
Κάπου – κάπου
ερχόσανται μαντατοφόροι
απ’ το μέλλον.
θα χάσατε, θα χάσατε
λέγανε
κι αφανιζόσανται.
Εμείς πάντως ζούσαμε
ένα αξέχαστο
θαυμάσιο παρελθόν
όλο ρήτορες κι όχλο.
Κάποτε
εσείς φύγατε.
Καλά μέχρις εδώ
Καλά,
είχαμε φυλαχτεί απ’ το εύκολο.
Στο βάθος η ροζ πολιτεία
σαν το συνοικιακό μας μπορντέλο,
με την απίθανη
κατά τη θάλασσα ορατότητα.
Μας σημάδεψε κι αυτός της
ο μύθος.
Δεν μένει
παρά να την υποστούμε.
Στο τέλος ο κανένας
ας κάνει ότι πιστεύει.
Απόψε σας θυμάμαι
όταν μας αφήσατε
κι ήρθαμε εδώ.
Τότε που το πάθος μας
δεν είχε
που να στεγαστεί.
Τότε π’ ακολούθησε
εκείνο
το μεγάλο διάστημα
νεκρής αλληλεγγύης.
Τα ταμπούρλα, ξέρετε,
χτυπάνε
ταξική συμφιλίωση.
Λάθος ήχοι, φωνάξαμε,
έχουμε τόσον εκτεθεί.
Οι παραλίες γεμίσανε
τρελλούς έφηβους.
Άλλοι στο κολύμπι
κι άλλοι στο μακελειό.
Ιούνης. Τίποτα.
Μειχτές συμμορίες.
Τις διαδηλώσεις μας
τις πήρε ο αγέρας.
Και φύσηξε πολύ
κείνη την εποχή.
Τόσο που τάραξε
τον έρωτα μας
με τη Λεφτεριά.
Ω… ο πλανήτης
έχει πλάκα να το ταξιδεύεις
με μηχανή
που ύστερα θα πουλήσεις.
Μ’ αρέσεις…
Οι δρόμοι
όλο καρπούς κι αρουραίους.
Μάης.
Καλοκαιρινή νάρκη.
Οι εργάτες
Μηδέν και άπειρο
μαζί και η Μαρία…
Αυτός ο μεγάλος εξάντας
δείχνει
όλο εξαίσια θηλυκά
και κόκκινα αιμάτινα σημεία.
Απόψε που υποχωρεί
η γη κάτου απ’ τα πόδια
σαν κλεμμένο αγαθό,
πόσο αδιάφορα κύλησε
η δεκαετία των φιλιών.
Οι επαρχιώτες δάσκαλοι
κυριεύουνε τη πόλη.
Τάξη. Γενικά. Τάξη.
Δεν σ’ έβρα
κι αν σ’ έψαξα Αργύρη.
Οι μαύροι χαρτοφύλακες
μπαίνουνε στα κάστρα μας.
Ονομαζόμαστε επίσημα
αλήτες.
Μπλεχτήκαμε κι ίσκιοι πια
δεν μας βολεύουνε.
Ποιοι τρέχουνε;
Ποιοι κυβερνάνε
τους ασήμαντους τελευταίους
ανθόκηπους;
Ολόκληρο
το γεγονός ξεμακραίνει.
Κάπου ξαναβγαίνει
στην επιφάνεια
ο Θανάσης Καρπενησιώτης
υπουργός. Κι όλο μαύρα
βουβά εσώρουχα.
Πάντως το σπίτι
δε τόβρανε παρθένο.
Κάπου το κέρδος
τούχε
σπάσει το χρώμα του.
Ο δρόμος Γκρενέλ
περνάει
έξω από τη πόρτα τους.
Συνθήματα
«Μη παραδοθείτε
στα κοστούμια σας».
Αυτοκίνητες φυλακές
κι εικόνες.
Αν ξαναβάλει φωτιά
ο Όχλος
θα σωθούνε μονάχα
τα κομμένα σώματά σας.
Φύμωτρα
απ’ αλεύρι και κρέας
ταχτοποιούνε τη μάζα
τώρα.
Με προκαλείς.
Με προκαλείς
να σε περιγράψω.
«Αγαπάς τους τυχοδιώχτες
τους τρελλούς
και τους οχλοκράτες».
Να μην τους σφάξετε
λοιπόν. Γεια σας.
*Το ποίημα αυτό γράφτηκε για την εξέγερση του Μάη 1968. Περιλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή του Δημου Βιλαέτη “Η Πράξη”, Πύργος Ηλείας 1985.
