Αυτή την αγωνία την ένιωσα, όσο και σεις
σαν τη βροχή που αφήνει ρωγμές μες στη θάλασσα
καθώς ρωτούσα σκύβοντας πάνω στην Ελσινόρη —
ακίνητη μες στο βυθό, μ’ ολόφωτα τα χέρια
αγκάλιαζε τ’ αγόρια της με τόση τρυφερότητα
που δύσκολα υποφέρω
Κι όταν ο ήλιος πνίγηκε ακινητώντας τα νερά
φώναξα τόσο δυνατά που η καρδιά μου
ξεπήδησε σαν τα κεριά που ανάβουνε στις κάμαρες
στη ρημαγμένη Κοπεγχάγη — Χόλγκεν, έλα να πέσουμε
βαθιά στη θάλασσα δεν έχει απόκριση
Χόλγκεν, τι να τα κάνω τα κεριά
δίχως ούτ’ ένα θεατή, σ’ ένα σχεδόν ερειπωμένο κόσμο
*Από το βιβλίο “Ο δύσκολος θάνατος” – συλλογή “Ο θάνατος του Μύρωνα”, Εκδόσεις: Νεφέλη, 2007.
