Η ΓΡΙΑ
Έφηβη
γριά
ξεδοντιασμένη.
Φρέσκο
ψωμί
μουχλιάζει.
Πεύκο στην πέτρινη πλαγιά
τραβάει αλάτι, λοξά
από τη θάλασσα
στις ρίζες
διαβρώνεται
καθώς το κάπνισμα
τις αρτηρίες φράζει.
Η ποίηση – λένε –
διευκολύνει τη ροή
μα ο ποιητής
κάθε πρωί
ξυπνά νεκρός
ανάσκελα
πνιγμένος.
ΘΑΝΑΤΟΘΡΑΥΣΤΗΣ
Μητέρα
Με φέρνεις στον κόσμο
Με αφήνεις στον θάνατο.
Και εγώ;
Γυρεύω έναν θανατοθραύστη
στα παράλια των παιδικών μας χρόνων;
Στο μητρικό σου χάδι;
Το χέρι σου έχει γεράσει.
θανατοθραύστης;
Δεν έχει αλλάξει ο ήλιος φορά
ούτε ο ρυθμός της φθοράς.
Στην κατηφόρα
τα πάντα διαστέλλονται
πορτοκάλια και λέξεις ορθώνονται ακαριαία
πύρινα χέρια ξένα
περνούν τα δάχτυλα τους στους επόμενους.
*Από τη συλλογή «Η μνήμη του χαρτιού» εκδ. Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη 2009.
