Πέτρος Γκολίτσης, Δύο ποιήματα

480780_2961964904369_245398639_n

Η ΓΡΙΑ

Έφηβη
γριά
ξεδοντιασμένη.

Φρέσκο
ψωμί
μουχλιάζει.

Πεύκο στην πέτρινη πλαγιά
τραβάει αλάτι, λοξά
από τη θάλασσα
στις ρίζες
διαβρώνεται
καθώς το κάπνισμα
τις αρτηρίες φράζει.

Η ποίηση – λένε –
διευκολύνει τη ροή
μα ο ποιητής
κάθε πρωί
ξυπνά νεκρός
ανάσκελα
πνιγμένος.

ΘΑΝΑΤΟΘΡΑΥΣΤΗΣ

Μητέρα

Με φέρνεις στον κόσμο
Με αφήνεις στον θάνατο.

Και εγώ;

Γυρεύω έναν θανατοθραύστη
στα παράλια των παιδικών μας χρόνων;
Στο μητρικό σου χάδι;
Το χέρι σου έχει γεράσει.

θανατοθραύστης;
Δεν έχει αλλάξει ο ήλιος φορά
ούτε ο ρυθμός της φθοράς.
Στην κατηφόρα
τα πάντα διαστέλλονται
πορτοκάλια και λέξεις ορθώνονται ακαριαία
πύρινα χέρια ξένα
περνούν τα δάχτυλα τους στους επόμενους.

*Από τη συλλογή «Η μνήμη του χαρτιού» εκδ. Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη 2009.

Leave a comment