Στοχασμοί ξαναγυρίστε σε μένα.
Παντρευτείτε
του πελάγου βάθη και της ψυχής. Αυτοί
που δείχνουν πάντοτε τ’ ωραίο,
είναι,
θαρρώ,
απλώς ανόητοι.
Έχω τη χειρότερη καμπίνα
απ’ όλες τις καμπίνες,
η νύχτα πάνωθέ μου
με βήματα βαρεία,
η νύχτα,
σπώντας τη γαλήνη του δαπέδου,
σέρνεται ο χορός,
ψιθυρίζεται το τραγούδι:
«Μαρκίτα,
τα ωραία σου τα μάτια
είναι για μένα…»
Και γιατί
νάναι για μένα,
που δεν έχω
φράγκο τσακιστό;
Η Μαρκίτα
(σφυρίχτε)
για εκατό φράγκα
πηγαίνει στον πελάτη.
Οι προλετάριοι
φτάνουν στο σοσιαλισμό
απ’ τη γη.
Γη με τα’ ανθρακωρυχεία,
τα δρεπάνια
και τις τσουγκράνες,
εγώ,
βουτώ μες στο σοσιαλισμό
απ’ τον ουρανό της ποίησης,
γιατί
δεν υπάρχει για μένα
χωρίς αυτόν αγάπη.
Τι κι αν είμαι
αυτοεξορισμένος,
τι κι αν στο διάολο μ’ έστειλαν,
τ’ ατσάλι των λέξεων σκουριάζει,
το πετσί της φωνής μαυρίζει.
Γιατί να βραχώ
από ξένες βροχές,
να μουλιάσω,
να λεκιάσω,
να σκουριάσω;
Νάμαι
πέρα απ’ τους ωκεανούς,
κατάχαμα πεσμένος,
κουνώντας με κόπο
της μηχανής μου τα κομμάτια.
Φαντάζομαι
πως είμαι
μια φάμπρικα Σοβιετική
για να παράγω ευτυχία.
Ο πόθος σας είναι
να με δρέψτε σα λουλούδι των αγρών,
ύστερ’ από τους κόπους μιας ημέρας; Όχι!
Θέλω
το Πλάνο
να ορίζει
τι πρέπει κανείς να κάνει σ’ ένα χρόνο.
Θέλω
να ζυγίζει ο κομισάριος του μέλλοντος
τους δικούς μου στοχασμούς.
Θέλω
η καρδιά να δέχεται σα δώρο
ξεχωριστού εργάτη
την απεραντοσύνη της αγάπης.
Θέλω
στο τέλος του έργου
ο επιθεωρητής εργασίας
να μου κλείνει τα χείλια
μ’ ένα λουκέτο.
Θέλω
η πέννα
να εξισωθεί με τη λόγχη.
Απ’ τ’ ατσάλι,
απ’ το χύσιμο των μετάλλων,
απ’ το δούλεμα των στίχων,
ο Στάλιν
θα κάνει την αναφορά του
στο Πολιτικό Γραφείο.
«Να,
θα πει,
εμείς τα παιδιά της εργατιάς
έχουμε φτάσει
στις κορφές,
μέσα στην Ένωση
των Δημοκρατιών,
η κατανόηση
των στίχων, ξεπερνά τους προπολεμικούς κανόνες…»
* Ο Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι έγραψε αυτό το ποίημα όταν επέστρεφε από τη Νέα Υόρκη, τον Οκτώβρη τον 1925.
