Θεόδωρος Ντόρρος, Καμιά φωνή

549826_567770126580447_58510893_n

Δε με χωρούν οι τόποι σας
Ούτε οι χαρές σας ούτε ο πόνος μου
Δεν είναι δυνατό μου να ζω κάθε στιγμή ο ίδιος σας.

Σας θάβω και με θάβετε.
Και η ασκήμια του πεθαμού σας λυπητερότερη απ’ το θάνατο.
Κουβέντες μόνο
απ’ τα ψηλώματα του νου.
Τέτοιες, που σβήνουν κάθε «πιο αληθινό»
με στεναγμούς υπομονής,
και μ’ ομορφιές ελπίδας του αδύνατου.

Πάντα το άγνωστο, η μοίρα και το μέλλον.

Με διώχνει από παντού ο ξαφνιασμός μου:
Γιατί, δε φώναξα μονάχος, δυνατά, ποτές μου.
Και σε κανένα μπρος.
Κι ούτε ποτές μου θα φωνάξω,
σαν τρελός,
με φλέβες φουσκωμένες.
Κι άλλος κανείς.

Φωνή της ανθρωπιάς
κείνης που βγαίνει καυτερή ως το πετσί,
και που παγώνει κάθε ψέμα ζεστασιάς,
ακόμα δεν ακούστηκε.
Μόνο να πει:

«Σταθείτε και σωπάστε.
Ξεχάστε τις αντίζωες του πίθηκου αξίες.
Πάψτε ζητώντας τα μεγάλα της ζωής
και τα δικά σας
στων αλλονών το μικρανθρώπισμα,
στις κυριότητες του νυσταγμού σας

Γίνετε λίγοι.

Πολύ λίγοι για να ’στε ζωντανοί».

Κει που ’στε μαζεμένοι, η ανθρωπιά ντροπή.
Και βάρβαρη η δική μου
όταν μου λείπει η συφορά σας.

Δε με χωρούν οι τόποι σας. Δεν ξέρω πού να ζήσω.

*Από τη συλλογή “Στου γλυτβμού το χάζι”, Εκδόσεις Αμοργός 1981 – πρώτη έκδοση συλλογής Παρίσι 1930.

Leave a comment