Νυχθημερόν
οι κάτοικοι της πόλης μου
διώχνουν με μανία τα πουλιά
ανοιγοκλείνουν τις πόρτες εν ακαρεί
ασθμαίνουν σε δρόμους υψικάμινους
διακινώντας κάτι
ανταλλάσοντας κάτι
κάτι πετώντας στα σκουπίδια
άρον άρον.
Αποφεύγουν τις χειραψίες
τις συνομιλίες
τα χαμόγελα
σωσίες υποκαθιστούν τα πρόσωπά τους
εν ριπή οφθαλμού.
Απεχθάνονται τα χρώματα και τους καθρέφτες.
Στέκονται αφηρημένοι στις λεπτομέρειες
τις αχρηστεύουν
κουράζονται χωρίς να κινηθούν
με σκυμμένη ψυχή καταφεύγουν σε γεύματα
σε αγορές
στην εικόνα που βλέπουν κι αμέσως τη χάνουν
μέσα σε τοίχους ορόφους.
Τίποτα δεν τελειώνει για τους κατοίκους της πόλης μου
τα πάντα ρίσκο και πυροτέχνημα
όλα δρόμος
προφάνεια – αρχείο και τανάπαλιν
αυθάδεια που τους πλακώνει
τους πλακώνει
και τους αγνοεί.
