ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΕΛΕΥΘΕΡΑΚΗ
Η αναγνώριση του Arthur Rimbaud ως προδρόμου του υπερρεαλιστικού κινήματος και η διακήρυξη του Andre Breton στο πρώτο Μανιφέστο του υπερρεαλισμού (1924) ότι «ο Rimbaud είναι υπερρεαλιστής στην πρακτική της ζωής και σε άλλα πράγματα» είναι σε γενικές γραμμές γνωστά. Λιγότερο, ίσως, γνωστή είναι η βαθιά εκτίμηση που έτρεφε για τον Rimbaud ο Paul Claudel, ο οποίος μάλιστα δεν δίστασε να δηλώσει ότι η γνωριμία του με το έργο τού κατά δεκατέσσερα χρόνια μεγαλύτερού του ποιητή συνέβαλε στη θρησκευτική μεταστροφή του στη Notre-Dame στο Παρίσι τα Χριστούγεννα του 1886. Ο δεκαοκτάχρονος Claudel διάβασε τις «Εκλάμψεις» («Illuminations») -ο τίτλος παραπέμπει στην αγγλική σημασία των «coloured plates», στις μικρογραφίες, αλλά και στην έννοια της αποκάλυψης μιας στιγμιαίας αλήθειας, στην «επιφάνεια»- και το «Μια εποχή στην Κόλαση» («Une saison en Enfer») το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του ίδιου έτους στο συμβολιστικό περιοδικό «La Vogue», όπου έγινε ουσιαστικά η πρώτη δημοσίευση των δύο έργων, αφού τα αντίτυπα του «Μια εποχή στην Κόλαση», που τυπώθηκαν τον Οκτώβριο του 1873 στις Βρυξέλλες, δεν κυκλοφόρησαν ποτέ στο εμπόριο, ενώ οι «Εκλάμψεις» δεν τυπώθηκαν πριν από το 1886, αν και η συγγραφή τους είχε ξεκινήσει από το 1872 και ολοκληρώθηκε αποσπασματικά μετά τη συγγραφή τού «Μια εποχή στην κόλαση».
Η άποψη του Claudel στον πρόλογο της έκδοσης των έργων του Rimbaud το 1912, ότι ο Rimbaud «είναι ένας μυστικός σε πρωτόγονη κατάσταση», θα ήχησε ασφαλώς αναπάντεχα μέσα στα συμφραζόμενα της σύγχρονης κριτικής, η οποία αναγνώριζε στο πρόσωπο του αιρετικού ποιητή ένα enfant terrible, έναν αλχημιστή, έναν οραματιστή, όχι όμως κι έναν θρησκευόμενο. Η παράδοξη αυτή σχέση ανάμεσα στον επαναστάτη Rimbaud και τον χριστιανό Claudel θα φανεί ίσως λιγότερο παράδοξη εάν εξετάσουμε τις κοινές αφετηρίες των δύο ποιητών στα συμφραζόμενα των τελευταίων δεκαετιών του γαλλικού 19ου αιώνα. Στην αντίδρασή του ενάντια στον υλισμό και το θετικισμό της εποχής και στο εγχείρημά του να οικοδομήσει μια καθολική ποιητική που θα θεμελιώνεται στις αρχές της χριστιανικής πίστης ο Claudel θα βρει απροσδόκητο σύμμαχο τις μυστικές και υπερφυσικές πλευρές της ποίησης του Rimbaud. Οι «Εκλάμψεις» και το «Μια εποχή στην κόλαση», αποκαλύπτει ο Claudel, «προκάλεσαν μια ρωγμή στο υλιστικό μου κάτεργο και μου παρείχαν τη ζωντανή και σχεδόν φυσική εντύπωση του υπερφυσικού», ενώ σε μια επιστολή του στον Jacques Riviere γράφει ότι διαβάζοντας την αρχή των «Εκλάμψεων» «απέδρασα επιτέλους από το χυδαίο εκείνον κόσμο του Taine, του Renan και των υπόλοιπων Μολώχ του 19ου αιώνα, από εκείνο το κάτεργο, εκείνη την απαίσια μηχανική που ρυθμίζεται εξ ολοκλήρου από νόμους απολύτως άκαμπτους και, προς μεγάλο μου τρόμο, ικανούς να γίνουν κατανοητοί και να διδαχθούν». Ο διάλογος του Claudel με το έργο του Rimbaud εγγράφεται στην απόπειρά του να συγκροτήσει μια υπερβατική ποιητική θεωρία, στην οποία η αντίληψη για την ποιητική έμπνευση θα υπάγεται στη χριστιανική θεολογία. Στο σημείο, για παράδειγμα, που διαφοροποιεί την gratia gratis data, που χαρίζει ποιητική έμπνευση, από την gratia gratum faciens, που χαρίζει την ιδιότητα του αγίου, ο Claudel χρησιμοποιεί χαρακτηριστικά το παράδειγμα του Rimbaud, η ποίηση του οποίου είναι κατά τη γνώμη του αποτέλεσμα της προφητείας και της χάριτος: «Η θεολογία δίνει ένα όνομα σ’ αυτό το μυστήριο δώρο [της προφητείας]: το ονομάζει Χάρη και διακρίνει δύο είδη χάρης, την gratia gratis data ή χάρισμα, που κάνει τους ποιητές, τον Arthur Rimbaud, για παράδειγμα, και την gratia gratum faciens, που κάνει τους αγίους».
Το ποιητικό επίτευγμα του Rimbaud, από την άλλη πλευρά, σχετίζεται με την αναζήτηση ενός ριζικού λόγου που θα υποσκάπτει τα θεμέλια της αντικειμενικά νοούμενης πραγματικότητας και θα καταλήγει στην υπονόμευση των ιεραρχιών της παλαιάς κοινωνικής και λογοτεχνικής τάξης, αμφισβητώντας επιβλαβείς κοινωνικούς θεσμούς, όπως ο χριστιανισμός, ο οποίος έγινε «επιστημονική αλήθεια» και οδήγησε, κατά τη γνώμη του ποιητή, στην κοινωνική υποκρισία: «Μαζί με τον Χριστό γεννήθηκε και ο κ. Πριντόμ», σκίτσο γαλλικής γελοιογραφίας και καρικατούρα του αστού, ισχυρίζεται ο Rimbaud στο «Μια εποχή στην Κόλαση». Αίτημα και αγωνία του Rimbaud είναι η επιστροφή στις ρίζες της ζωής, σε μια απογυμνωμένη από τις πολιτισμικές επιστρωματώσεις άμεση συνείδηση της πραγματικότητας, ενώ τα μέσα έκφρασης του καλλιτεχνικού του οράματος είναι οι ανορθόδοξοι συσχετισμοί, οι απροσδόκητες «επιφάνειες», τα γλωσσικά cliches αλλά και η εκφραστική τόλμη, η ανάμειξη πεζού και υψηλού ύφους. Ο Claudel αντιλαμβάνεται τη ριζική αγωνία του Rimbaud και αισθάνεται ότι η φωνή του ποιητικού του προγόνου μαρτυρεί κάτι και για την προσωπική του αγωνία, τον αγώνα του χριστιανού ποιητή να αποκαλύψει τα πράγματα μέσα στην (εκ)λάμψη της ιερότητας της δημιουργίας. Η κόλαση του Rimbaud είναι για τον Claudel μια περιγραφή των μαρτυρίων της ψυχής και της τιμωρίας της αμαρτίας μέσω της επίγειας κόλασης, όπως δηλώνει σχολιάζοντας μια φράση του Rimbaud στο βιβλίο του «Un Poete Regarde la Croix». Ο Claudel προφανώς παρασύρεται από τις αναφορές στον Θεό, από τη δίψα του υπέρτατου όντος, την προσδοκία της αιωνιότητας και την αποκαλυπτική στιγμή που διατρέχουν στα μάτια του ολόκληρη την ποιητική αφήγηση του «Μια εποχή στην κόλαση»: «Το παγανιστικό αίμα ξαναγεννιέται! Το πνεύμα είναι πλησίον, αλλά γιατί δεν επικουρεί ο Χριστός γεμίζοντας την ψυχή μου με ευγένεια κι ελευθερία; Αλίμονο! το Ευαγγέλιο είναι παρελθόν! το Ευαγγέλιο! το Ευαγγέλιο. Περιμένω τον Θεό με λαιμαργία. Είμαι κατώτερης γενιάς από αμνημονεύτων χρόνων». Μόλις τα σταθερά περιγράμματα των εικόνων και οι αρμοί της αφηγηματικής ή λογικής αλληλουχίας εξαφανίζονται, δίνουν τη θέση τους στη «ζωντανή και σχεδόν φυσική εντύπωση του υπερφυσικού»: «Εθίστηκα στην απλή παραίσθηση: έβλεπα πραγματικά ένα τζαμί εκεί όπου βρισκόταν ένα εργοστάσιο, αγγέλους που παρίσταναν μαθητές με ταμπούρλα, άμαξες σε ουράνιες λεωφόρους, ένα σαλόνι στο βυθό μιας λίμνης». Ακολουθώντας κανείς τη θρησκευτική εξήγηση του Claudel θα μπορούσε να διαβάσει πολλά σημεία του έργου μέσα σε θεολογικά συμφραζόμενα: το σμίξιμο του ήλιου με τη θάλασσα είναι η φορτισμένη με θεολογικές συνδηλώσεις αιωνιότητα («Βρέθηκε πάλι!/ -Τι; -Η αιωνιότητα./
Είναι η θάλασσα που σμίγει/ με τον ήλιο»), ενώ η τελευταία φράση τού «Μια εποχή στην Κόλαση» ανασύρει το θεμελιώδες θρησκευτικό θέμα του διαχωρισμού αλλά και της διάδρασης ψυχής και σώματος: «και θα έχω το δικαίωμα να είμαι κάτοχος της αλήθειας σε μία ψυχή κι ένα σώμα».
Ολα αυτά ασφαλώς δεν κάνουν τον Rimbaud μυστικό, όπως τον ήθελε ο Claudel, και προφανώς δεν θα είχε νόημα να επαναλάβουμε εδώ τα ακαδημαϊκά στερεότυπα της ισχυρής και ανταγωνιστικής ανάγνωσης των παλαιότερων από τους νεότερους ποιητές ή την αυτονόητη διαπίστωση ότι η ποιητική πρόσληψη ενός έργου από το έργο ενός άλλου ποιητή μας επιτρέπει έως έναν βαθμό να ερμηνεύσουμε την ποιητική εκείνου που το προσλαμβάνει. Η παρανάγνωση του Claudel, για την οποία διαμαρτύρεται ο Breton στο Δεύτερο μανιφέστο του υπερρεαλισμού (1930), δηλώνει εντούτοις κάτι για την εμβέλεια του ποιητικού ρήματος και την αντοχή της τέχνης του Rimbaud. Η ποιητική παράδοση στην οποία ανήκει ο Rimbaud, και οι υπερρεαλιστές αργότερα, αλλά και ο Claudel, από μια άλλη προοπτική, θέτουν το ζήτημα της ενότητας της συνείδησης και αναζητούν δρόμους εξόδου από τα όρια της συμβατικής εμπειρίας. Η κόλαση του Rimbaud και το υποσυνείδητο των υπερρεαλιστών συνιστούν απόπειρα διερεύνησης της σκοτεινής πλευράς των πραγμάτων, η οποία ενδέχεται να επιφυλάσσει πραγματικές εκλάμψεις και το δώρο της αλήθειας. Ο Rimbaud αναπλάθει ποιητικά την πραγματικότητα μέσα από τους κόσμους του ονείρου και του παραμυθιού, ωστόσο οι ενορατικές του πτήσεις καταλήγουν στη διάψευση: η «αλχημεία του λόγου» στο «Μια εποχή στην Κόλαση», η οποία θα του επέτρεπε, όπως πίστευε, «να επινοήσει μια ποιητική γλώσσα προσιτή κάποια μέρα σε όλες τις αισθήσεις», αποδείχτηκε ένα «παραλήρημα», μια «τρέλα». Και όταν απέστρεψε με βδελυγμία το πρόσωπό του από τη χριστιανική Δύση του ορθολογισμού και των επιστημών, για να αναζητήσει στην αγνότητα της Ανατολής το πρόσωπο του Θεού στην ενότητα «L’ impossible», οι προσδοκίες του τελικά διαψεύστηκαν: «Αυτή η αποκαλυπτική στιγμή μού φανέρωσε το όραμα της αγνότητας! -Διά του πνεύματος πορευόμαστε προς τον Θεό! Τι φριχτή ατυχία!». Με μία ανεστραμμένη προοπτική, ο Claudel επιλέγει να υμνήσει με τα ποιήματά του την πραγματική παρουσία του Θεού επικαλούμενος την «επαναστατικότητα» και τη «μωρία» του χριστιανικού μηνύματος, του χαρμόσυνου δηλαδή μηνύματος της ανάστασης, που προκαλεί την πρώτη ρωγμή και θρυμματίζει τελικά το υλιστικό κάτεργο της κοινής λογικής. Οι δύο ποιητές θέτουν το ίδιο ριζικό ερώτημα απέναντι στην πραγματικότητα, για να καταλήξουν όμως μέσα από διαφορετικούς δρόμους σε δύο ριζικά αντίθετες στάσεις απέναντι στο χριστιανισμό.
Παρ’ ότι δύσκολα θα παραδεχόταν κανείς σήμερα ότι ο Rimbaud είναι «υπερρεαλιστής της ζωής» ή «μυστικός σε πρωτόγονη κατάσταση», το κληροδότημά του για τους ποιητές είναι σε κάθε περίπτωση πολύ σημαντικό. Ο νεότερος Γάλλος ποιητής Yves Bonnefoy θεωρεί ότι η κλοντελική ερμηνεία αποτέλεσε το πρώτο βήμα της κριτικής προς την αλήθεια του Rimbaud, αφού ο Claudel ήταν εκείνος που απένειμε πρώτος δικαιοσύνη «σε ό,τι μέχρι τότε ήταν ελάχιστα αναγνωρισμένο: στην αμεσότητα, τη δροσιά, στην «πρωτόγονη» φύση της ευαισθησίας του Rimbaud». Ωστόσο, η αμεσότητα της ποίησής του είναι καλά ισορροπημένη με μία οξεία αίσθηση της ειρωνείας που εμπλουτίζει τη μοντέρνα ποίηση. Αίτημα του Rimbaud, όπως εκφράζεται στις λεγόμενες «Επιστολές του Οραματιστή», τις οποίες έστειλε στον George Izambard και τον Paul Demeny το 1871, αποτελεί η «αντικειμενική» ποίηση, ένα είδος ποίησης που θα υπερβαίνει την ενότητα και την ενικότητα του εαυτού μέσω της «συστηματικής αποδιοργάνωσης (dereglement) των αισθήσεων». Με την περίφημη φράση «εγώ είναι ένας άλλος» («Je est un autre»), ο Rimbaud υπονοεί την αποσπασματικότητα του εγώ, το οποίο είναι ουσιαστικά απέραντο και απρόσιτο από τη συμβατική εμπειρία. Η αποδιοργάνωση των αισθήσεων μέσω του έρωτα, της παράνοιας και των μαρτυρίων της ψυχής και του σώματος ανοίγουν το δρόμο προς την υπέρτατη, «αντικειμενική» αλήθεια, την αλήθεια της πραγματικής ποίησης, η οποία συλλαμβάνει τον κόσμο μέσω μιας όρασης που δεν είναι εκείνη της καθημερινότητας, αλλά αποτελεί ουσιαστικά «ενόραση» που αναδεικνύει την πραγματικότητα μέσα από τις δυσδιάκριτες λεπτομέρειες και τις πολλαπλές πτυχές της. Ο Claudel μεταφράζει την ποιητική ενόραση της θεωρίας του Rimbaud σε μυστική ενόραση, ενώ μεταφέρει την ιδέα της ετερότητας του εαυτού στη σχέση του ανθρώπου με τη ριζική Ετερότητα. Από αυτή την άποψη, η εικόνα ενός Rimbaud που αισθάνεται ένα είδος θρησκευτικής ή μεταφυσικής αγωνίας, όπως τον περιγράφει ο Claudel, θα μπορούσε να διαβαστεί ως μεταφορά της μοίρας του ποιητή, του ανθρώπου που επιχειρεί να αρθρώσει ένα νόημα μέσα στη σιωπή του Θεού: «Ο πνευματικός αγώνας είναι εξίσου άγριος με τις μάχες των ανθρώπων· αλλά το όραμα της δικαιοσύνης είναι δικαίωση μόνο του Θεού». Το δίδαγμα του Rimbaud, που καταγράφτηκε σαν αστραπή στην ιστορία της ποίησης, είναι ότι η ποίηση αποτελεί μια πράξη που μας θέτει ενώπιον ενός ριζικού ή καθολικού «είναι-μέσα-στον-κόσμο», διατηρώντας ακέραιη την ένταση ανάμεσα στην αναζήτηση του απόλυτου και το προσωπικό πεπρωμένο, και ότι πάνω απ’ όλα είναι το αποτέλεσμα μιας ευεργετικής πράξης, μιας δωρεάς, για την οποία ο Rimbaud χρησιμοποιεί τη λέξη «charite», μία από τις λέξεις που επανέρχονται αινιγματικά στην Κόλασή του.
