Γκεόργκ Τρακλ, Ψαλμός

TRAKL

(Σχέδιο 2 αφιερωμένο στον Καρλ Κράους)

Είναι ένα φως που το έσβησε ο άνεμος
Είναι ένα καπηλειό που το εγκαταλείπει
Κάποιος μεθυσμένος το δείλι.
Είναι ένας αμπελώνας καμένος και μελανός
Με τρύπες όλο αράχνες.
Είναι ένας χώρος που τον ασβέστωσαν με γάλα
Ο τρελός πέθανε. Είναι ένα νησί στις θάλασσες
Του Νότου για να υποδεχτεί το θεό Ήλιο.
Κάποιος χτυπά τα τύμπανα.
Οι άντρες χορεύουν πολεμικούς χορούς.
Οι γυναίκες λικνίζουν τους γοφούς μες σε περικοκλάδες
Και άνθη της φωτιάς σαν τραγουδά η θάλασσα.
Ω, ο χαμένος μας παράδεισος.
Οι Νύμφες εγκατέλειψαν τα χρυσαφένια δάση.
Θάβουν τον ξένο. Και τότε αρχίζει μια βροχή μαρμαρυγής
Ο γιος του Πάνα εμφανίζεται με τη μορφή ενός χωματεργάτη
Που αποκοιμιέται το μεσημέρι πάνω στην πυρωμένη άσφαλτο.
Είναι κοριτσάκια σε μιαν αυλή ντυμένα με φουστάνια
Σπαραξικάρδιας φτώχιας!
Είναι κάμαρες γεμάτες συγχορδίες και σονάτες.
Είναι σκιές που αγκαλιάζονται μπροστά σ’ έναν τυφλό καθρέφτη.
Στα παραθύρια του νοσοκομείου ζεσταίνονται
Αυτοί που αναρρώνουν. Ένα λευκό ατμόπλοιο
Μεταφέρει αιματηρές επιδημίες.
Η ξένη αδελφή εμφανίζεται και πάλι στα εφιαλτικά όνειρά του.
Αναπαύεται στον ίσκιο της λεπτοκαρυάς και παίζει με τ’ αστέρια του.
Ο σπουδαστής, ένας σωσίας ίσως, την παρατηρεί ώρα πολλή
Απ’ το παράθυρο. Πίσω του στέκεται ο νεκρός αδελφός του,
Ή κατεβαίνει την παλιά φιδωτή σκάλα.
Μέσα στο σκοτάδι από τις καστανιές ωχραίνεται η μορφή
Του νεαρού μοναχού.
Ο κήπος βυθίζεται στ’ απόβραδο. Στο περιστύλιο
Φτερουγίζουν πέρα-δώθε οι νυχτερίδες.
Τα παιδιά του φύλακα σταματούν το παιχνίδι και ψάχνουν
Το χρυσάφι τ’ ουρανού.
Τελευταίες συγχορδίες κάποιου κουαρτέτου. Η μικρή τυφλή
Τρέχει τρέμοντας μες στη δενδροστοιχία, κι ύστερα
Η σκιά της ψηλαφεί τα παγωμένα τείχη, τα γεμάτα μύθους
Και θρύλους ιερούς.
Είναι ένα άδειο καράβι που κατηφορίζει το δείλι το μαύρο κανάλι.
Και μέσα στου παλιού ασύλου τη μελαγχολία
Αργοσβήνουν ανθρώπινα ερείπια.
Τα πεθαμένα ορφανά, κείτονται κόντρα στον τοίχο της αυλής.
Άγγελοι με λασπωμένα φτερά βγαίνουν μέσα από γκρίζες κάμαρες.
Σκουλήκια στάζουν απ’ τα κιτρινισμένα τους βλέφαρα.
Η πλατεία μπροστά στην εκκλησία είναι σκοτεινή και σιωπηλή
Όπως τον καιρό των παιδικών χρόνων.
Με ασημένια πέλματα γλιστρούν κι εξαφανίζονται
Χαμένες ζωές. Και οι σκιές των καταραμένων βουλιάζουν
Στο ποτάμι που βαριαναστενάζει.
Ο λευκός μάγος παίζει μέσα στον τάφο με τα φίδια του.
Αθόρυβα ανοίγουν πάνω από τον Κρανίου Τόπο
Τα χρυσαφένια μάτια του Θεού

*Από τη «Γαλάζια Ψύχωση» Εκδόσεις Σαιξπηρικόν. Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου.

Leave a comment