Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Μετανάστες

3_1_2

Στον ουρανό χαμήλωνε ο ήλιος.
Η πολιτεία χαμήλωνε το βλέμμα σιωπηλή.
Στην αποβάθρα χαμήλωναν οι καρδιές
μπροστά σ’ ερείπια ονείρων της πρώτης ηλικίας.
Τα σύννεφα κατά τη δύση άλλαζαν χρώματα
– πορφυρά, κίτρινα ίσως. Το μάτι ήταν θολό.-
Το λιμάνι βούιζε με τη βιασμένη φωνή
της δουλειάς και του αποχωρισμού.
Σαν τεράστια εκβολή ποταμιού από κορμιά, λησμονιά και δάκρυ
άδειαζε τη ζωή μας στη θάλασσα.
Τεράστιοι γάντζοι κρέμονταν
πάνω από τις ανοιχτές κοιλιές των καραβιών
να φορτώσουν τα χέρια μας και το κορμί μας,
τη στερνή μας ελπίδα να φορτώσουνε
– όχι τόσο πως θα πλουτίζαμε στα ξένα
μόνο πως κάποτε, έπειτα από χρόνια πολλά,
στρατοκόποι κουρασμένοι θα γυρίζαμε πίσω
ν’ ανταμώσουμε την ψυχή μας
που δε μας ακολούθησε.

Leave a comment