Ξεχώρισα πώς τα πρόσωπα μαραζώνουν
πώς ο τρόμος φανερώνεται κάτω απ’ τα βλέφαρά τους
πώς οι ταλαιπωρίες πάνω στα μάγουλα χαράζουν
σκληρές σελίδες σφηνοειδείς,
πώς οι σταχτόξανθες κι οι μαύρες κοτσίδες
ασημένιες σε μια νύχτα γίνονται,
ένα χαμόγελο σβήνει σε ταπεινά χείλη,
ο φόβος τρεμουλιάζει σε γέλιο ξερό.
Δεν προσεύχομαι για μένα μόνο
αλλά για όλους που μαζί μου στέκονταν στο σκληρό κρύο, στη ζέστη του Ιούλη,
κάτω από τον κόκκινο τοίχο τον τυφλό.
1940
Μετάφραση: Μαρία Καρδάτου. Από το http://poihshkaipoihtes.blogspot.com
