Στροφή στη μελέτη ατομικής δημιουργίας
Έρμα Βασιλείου
Australian National University
Είναι γνωστή η λογοτεχνική ανάπτυξη που παρουσιάζει η ελληνική πατριά στην Αυστραλία. Η ιδέα που ανησυχεί παρατηρητές και κριτικούς αυτής της ανάπτυξης, αλλά που ποτέ δεν εκφράστηκε ανοικτά, είναι ίσως πως κατά καιρούς επιχειρήθηκε, συνειδητά (ή μη), από τους καταγραφείς των ποιητικών φωνών μια ανεπιτήδευτη ισοπέδωση, ένα «levelling» του λογοτεχνικού προϊόντος για χάρη μιας πιο γενικής, πιο συλλογικής μαρτυρίας της τέχνης (βλ. Μεταξύ άλλων Castan, C. (1988), Spilias, T. and S. Messinis (1988), Καναράκης, Γ. (1988), Τάμης, Α. (2005), Γεωργουδάκη, Αι. (2002), Nickas, H. and C. Dounis (1994)).
Αισθητός παράγων του φαινομένου ισοπέδωσης ή και ομαδοποίησης των δημιουργών είναι πρωτίστως η ανάγκη της καταγραφής. Έπειτα, το γεγονός ότι μέχρι τώρα, οι διάφορες κριτικές μελέτες γίνονταν και γίνονται ακόμα από θεωρητικούς ή μελετητές της λογοτεχνίας και όχι από δημιουργούς-κριτικούς.
Εκτός από τις γενικές αναφορές και τη γενική προσέγγιση στο έργο του Έλληνα ή της Ελληνίδας δημιουργού στην Αυστραλία υπήρξαν και οι κριτικές που «ξέφυγαν» από την ισοπέδωση και επέλεξαν από το σύνολο το έργο ορισμένων ποιητών καταγράφοντας μ’ αυτό και το βαθμό ‘απόκλισής’ τους (Νίκα, Ε., Στέφανος Κωνσταντινίδης (1998), Mylonas, M. (1982), Καραλής, Β. (1999), και άλλες αξιόλογες αναφορές, βλ. βιβλιογραφία). Ωστόσο, η επιλογή και εκείνων ακόμα των λίγων, αν και έφτασε στην ατομική διάκριση, δεν αποσκοπούσε σε μια βαθύτερη ενδοσκόπηση και συστηματική μελέτη και σύγκρισή του με άλλα έργα του ευρύτερου ελληνικού χώρου, με αποτέλεσμα να μην μπορεί ο δημιουργός να ξεφύγει τελείως από το κοινωνικό και ιστορικό αδιέξοδο που του έθεταν εκ των πραγμάτων η θεματολογία, η απόσταση και αυτή η ίδια η ταξινόμηση, εκ μέρους των ιστορικών ή κριτικών της θεωρίας. Ήταν απαραίτητο, έτσι, να αντιμετωπιστεί η λογοτεχνική δημιουργία των Ελλήνων στην Αυστραλία με επιμελημένες και πιο τεχνικές μελέτες, όχι στο σύνολο πια, αλλά στον ποιητή, και ιδιαίτερα μέσα από ένα singling out που ξεφεύγει από τη γενική καταγραφή και βασίζεται στις απαιτήσεις της ατομικής ανάλυσης να παραδώσει την αναγνώριση της τέχνης μέσα από την ακτινογραφία του προσωπικού λόγου.
Οι κριτικές που ξέφυγαν από την ισοπέδωση έγιναν, ως επί το πλείστον, για τους παλαιότερους ποιητές και ποιήτριες. Ιδιαίτερα και πλέον ενδιαφέροντα, στους κριτικούς, προέχουν τα έργα των Βάσως Καλαμάρα από την Πέρθη, που γράφει και στις δύο γλώσσες της Αντιγόνης Κεφαλά από το Σίδνεϊ, που γράφει μόνο στα Αγγλικά (βλ Castan, C. 1986) και της Ντίνας Αμανατίδου από τη Μελβούρνη, που γράφει μόνο στα Ελληνικά (Μαχαλιάς, Ν. 1999). Και οι τρεις ποιήτριες μετανάστευσαν στην Αυστραλία την δεκαετία του πενήντα. Ενδιαφέροντα άρθρα προσέγγισαν και το έργο του ποιητή Νίνου Νινολάκη (Φίφης, Χ. 1986). Δεν αναφέρομαι στον γνωστό ποιητή Δημήτρη Τσαλουμά που ανήκει σε άλλη κατηγορία ποιητών, αυτών που μπόρεσαν να ταξινομηθούν άνετα ανάμεσα από επάξιους Αυστραλούς ομότεχνούς του. Έγιναν, δηλαδή, αξιόλογες μα ταυτόχρονα περιορισμένες προσπάθειες για ατομική προσέγγιση στο έργο των ποιητών.
Με εξαίρεση την Βάσω Καλαμάρα, που κατόρθωσε να ‘απασχολήσει’ την πένα της με άλλα, όχι τόσο ιστορικά, καταγραφικά ή φιλοσοφικά θέματα, οι φωνές που θεμελίωσαν την ποίηση στους Αντίποδες παρέμειναν για πολύ διάστημα στην ηχώ της κραυγής και του πόνου και μαχαιριού και του φιλοσοφικού απόηχου που απέκτησε το τρομερό σχίσμα της ξενιτιάς από τον υποθετικό ρου(ν) που θα είχε η ζωή πριν την μετανάστευση. Το μαχαίρι δεν έπαψε να δείχνει την κόψη των πρώτων ημερών μακριά από την πατρίδα (βλ. Νίκα, Ε. 1992).
Η σειρά των παλαιότερων ποιητών που έβαλαν τα θεμέλια της Ελληνικής ποίησης στους Αντίποδες συνεχίζεται ακόμα, με τους περισσότερους να γράφουν στα ίδια περίπου θεματικά κύματα, ή στα ίδια κύματα τέχνης. Λιγότερη μελαγχολία, ίσως, παρουσιάζουν τα θέματα αλλά το ρεύμα ρεαλισμού και αποδοχής ενός status που συνεχίζεται είναι εμφανές στο έργο τους, που δημιουργεί και μέσα σ’ αυτόν ακόμα τον ρομαντισμό της ανέφικτης επιστροφής. Η συνέχιση είναι ιστορική και δεν αφαιρεί καμία τέχνη από τα γραπτά. Τουναντίον, αυτά είναι ανεπανάληπτα βιώματα και προσπάθειες που είδαν να φωτοτυπείται ο πόνος και το ξερίζωμα, σαν μέρος ιστορικών σελίδων που γράφτηκαν όχι μόνο για τους Αντίποδες αλλά για ολόκληρο το Έθνος.
Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθεί κανείς σε σύγχρονες μελέτες πανεπιστημιακών που προσέγγισαν το έργο ορισμένων ποιητών από μια πιο εσωτερική σκοπιά (Τσιανίκας, 2004, Βασιλείου, Ε. 2007). Θα μπορούσαν, ωστόσο, να είχαν γίνει πιο αναγνώσιμες μελέτες και πιο προσιτές στο ευρύτερο κοινό. Πρέπει να οικοδομηθεί μεγαλύτερη, πιο ορατή, πιο αναγνώσιμη δημοσιότητα. Τουλάχιστον, τα κριτήρια στα οποία να βασίζεται ο/η κριτικός να γίνονται γνωστά. Τα κριτήρια πρέπει να οικοδομούν και την ευρύτερη κριτική μελέτη, να βρίσκουν δηλαδή τη συναίνεση της γενικότερης κριτικής κρίσης και να προστίθενται στα ήδη υπάρχοντα.
Από μόνο του το έργο ορισμένων σύγχρονων ποιητών μιλάει σήμερα για τέχνη και για τέχνη συγκρίσιμη με αυτή του κεντρικού κορμού. Κι ενώ οι παλαιότερες εμπειρίες συρρικνώνονται ιστορικά, νέες φωνές, που χρήζουν προσοχής και ανάλυσης, γίνονται περισσότερο ατομικές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχουν αποκοπεί από την συλλογική εμπειρία και έκφραση. Αυτή η διέξοδος και έξοδος δεν ήταν δυνατόν να επιτευχθεί έξω από την ατομική εμπειρία που, είτε λόγω της μετα-μεταναστευτικής εποχής στην οποία εκφράζεται, είτε λόγω των σύγχρονων κοινωνικών πλαισίων μέσα στα οποία εκδηλώνεται, δεν ταξινομείται συλλογικά.
Η δημιουργία των Ελλήνων ποιητών στη Μελβούρνη έχει να παρουσιάσει ένα μικρό αριθμό σημαντικών, νέων φωνών στην ποίηση, που εκφράζονται στα Ελληνικά ή και στα Αγγλικά, γράφουν αποκλειστικά ή γενικότερα ποιητικό λόγο και δεν προσφέρουν την αυτοβιογραφική και συχνά απαισιόδοξη αλλά ταυτόχρονα ανεπανάληπτα ιστορική εικόνα του μετανάστη, όπως αυτό γινόταν παλαιότερα. Με τη λέξη νέων εννοείται εδώ όχι μόνο η περίοδος αλλά και η θεματολογία και τάση για δημιουργία νέων ρευμάτων στην ποίηση.
Η παρούσα μελέτη συμπεριλαμβάνει ποιητές που εκφράζονται στη μία ή και στις δύο γλώσσες, Ελληνικά και Αγγλικά. Και καλύπτει μόνο ποιητές από τη Μελβούρνη.
Και αφού αναφέρθηκα στα Αγγλικά θα ήταν αδιάκριτη παράλειψη να μην αναφερθεί εδώ η φωνή του ποιητή Γιώργου Αθανασίου, που γράφει μόνο στα Αγγλικά και που θα αποτελούσε μέρος της μελέτης αυτής αν εκφραζόταν και στην Ελληνική.
Η Μελβούρνη είναι, πρέπει να ειπωθεί, πρωτοπόρα στο άνοιγμα του πυρήνα και στις μοίρες της στροφής αυτής. Είναι εδώ ένα ελληνικό milieu και όχι ένας αστερισμός ενός άλλου Γαλαξία. Η έννοια ‘Μελβούρνη’ απαιτεί και προσδοκά. Φέρνει σε στενότερη σχέση, σε επέκταση και σύγκριση, τον Έλληνα λογοτέχνη με τον Έλληνα λογοτέχνη.
Τρεις ποιητές, και δεν είναι οι μόνοι, δεν άφησαν να απορροφηθεί η μνήμη τους από τα λυπηρά, αγωνιώδη ενσταντανέ της μετανάστευσης που είτε έζησαν είτε κατά κόρον άκουσαν να τραγουδιούνται σ΄ ένα χώρο όπου ο θεματικός αντίλαλος δικαίως καλπάζει στο ίδιο μοτίβο. Οι ποιητές Κώστας Καλυμνιός, Γιάννης Λιάσκος και Δημήτρης Τρωαδίτης από τη Μελβούρνη μεταγγίζουν σήμερα νέο αίμα στην ελληνόγλωσση έκφραση της διασποράς και διοχετεύουν την ποιητική τους δίψα στο άλσος των φωνών που πλαισιώνουν. Η κοινή γραμμή που ενώνει τους ποιητές αυτούς συμπτωματικά ξεδιπλώνει και άλλα κοινά σημεία τους, όπως η ποικιλόμορφη θεματολογία και η ανεξάρτητη πορεία τους στα ρεύματα των εποχών, στο χώρο της λογοτεχνίας.
Με τέσσερις ποιητικές συλλογές ο Καλυμνιός έχει ακόμα μπροστά του τον δρόμο της ανάπτυξης που ευχή όλων είναι να προσέξουν οι μεταγενέστεροι και να πλαισιώσουν με το έργο τους την πορεία του στην ποίηση. Οι αξίες που αντλεί ο καθένας από το έργο αυτό είναι η ’συμπεριφορά’ του στο λόγο, η πίστη του να κρατήσει την τεχνική του και η φαντασμαγορική θεματολογία και γνώσεις του, κυρίως η τέχνη με την οποία τα συνδυάζει όλα. Η δημιουργία μιας δικής του ποιητικής ταυτότητας είναι εντυπωσιακή και μαγεύει.
Κυρίαρχος της πένας του ο Καλυμνιός, μα συνάμα και σίγουρος για τον τρόπο που παραδίδει τα μεγαλύτερα πορίσματά του, εξαντλεί υπομονετικά την γνώση του για μια μεγαλύτερη ’γνώση και ανάλυση’. Μέσα από τον σουρεαλισμό του μας εισάγει σ’ έναν άλλο ρεαλισμό, και μέσα από το ρεαλισμό στο αντίθετο. Το παιχνίδι της αλλαγής στα ρεύματα είναι πειθαρχημένο. Υπάρχει, και είναι οξύμωρο, μια τάξη στην αταξία, μια λεπτομερειακή άτακτη κίνηση που εντυπωσιάζει γιατί ενεργεί για χάρη της τέχνης: το άπειρο των λέξεων, των ιδεών, ένας καταρράκτης σημείων, η σουρεαλιστική ματιά που βιάζεται τεχνητά και τεχνικά και καταγίνεται με τον ρεαλισμό, μα δεν τα καταφέρνει, ξεφεύγει. Φεύγουμε από το ένα είδος αρμονίας για να καταλήξουμε στο άλλο. Θριαμβεύει η ιστορία μέσα στην Ιστορία, θριαμβεύει η σιωπηλή απομόνωση μέσα από το λόγο που μιλάει ξεχωριστά στον καθένα και αντιστέκεται στην πένα του μόνο ο ‘εφησυχασμός‘ (τίτλος είναι, αυτή η τεχνητή λέξη, ενός ποιητικού έργου του), η καθησύχαση, δηλαδή. Επικαλείται αυτόν τον ’εφησυχασμό’ και τον βρίσκει μόνο σαν ιδεώδες. Η ματιά του Καλυμνιού είναι ματιά με πολλά όργανα να κινούνται ταυτόχρονα, με πολλά αισθητήρια να γεύονται και να παραδίδουν.
Ένα προφίλ επιβλητικό είναι αυτό του Καλυμνιού. Η ’ανήσυχη’, αλλά ταυτόχρονα και απαιτητικά φιλόδοξη τάση του για πρωτοπορία γραφής (να μη μιλήσουμε για θέμα, γιατί εκ των πραγμάτων με τον Καλυμνιό έχουμε μια άπειρη θεματολογία και διαχρονικό φάσμα) βρίσκεται σε όλα τα πεδία ταυτόχρονα. Η προσωποποίηση της απορίας και της έκπληξης, του συμβολισμού…
Ο Καλύμνιος παραδίδει ακόμα και μέσα από τεχνητούς σολοικισμούς την τέχνη του που συνεπαίρνει. Η κορδέλα των ποιητικών κειμένων του φτιάχνει ταυτόχρονα αγάπη και χωρισμό. Αγάπη για μια τέχνη και χωρισμό από την ερμηνεία εννοιών, μέσα από τις μη δόκιμες λέξεις (και έννοιες που πλάθει ο αναγνώστης μόνος του) που δημιουργεί. Αυτή η δίψα μας φέρνει ξανά και πάλι ξανά στην υπνωτική εντέλεια (και συντέλεια θα ήταν μια άλλη λέξη) στην ερμηνεία των ποιημάτων του. Είναι ταυτόχρονα πιστός και στη διακειμενικότητα που χαρακτηρίζει το έργο του με αυτό των πνευματικών πατέρων-ποιητών που θαυμάζει (ποίηση Χαρκιανάκη, για παράδειγμα). Τη δύναμη από αυτά που καταθέτει την παίρνει ο καθένας όπως αισθάνεται. Στο νήμα των σελίδων του βρίσκεται η ένταση, μια υστερική προάσπιση και υπεράσπιση των όσων θα πει, μια γλώσσα που είναι ικανή να πάρει στον ώμο της απώλειες και αποκαλύψεις καθώς και αρκετές ελευθερίες. Μια ‘καλύμνια’ γλώσσα ξετυλίγεται. Θα δημιουργήσει το έδαφος για μελλοντικές ανακαλύψεις του στιλ του, θα φέρει στο Βήμα των πιστών του ένα όρθρο ή ένα εσπερινό που ο καθένας θα κάνει τροπάριο.
ΚΟΥΡΕΙΟ
Στα χαμαιτυπεία
της απόλυτης διακοπής
επιστήνουμε
την κρυφή ελπίδα
ενός παρήγορου καρμανιολισμού.
Ο δικός μας ψαλιδοκόπτης,
καθιαγιασμένος
από την σπλαχνική σφαγή
της αγχόνης
ενός ομφαλίου λώρου,
λαιμοδέτει μια παραπεταμένη εφηβεία.
Στην καθολική τριχοκτονία,
όλες οι κεκομμένες ψαλιδιές
όλων των κεκομμένων νηπίων των εποχών,
κείτουνται στο πάτωμα συμπυκνωμένες.
Η κραυγή μας
τίποτε άλλο από την απώλεια
των τριχών αυτών
που φύτρωσαν στη γλώσσα
από το κρυφοψιθύρισμα.
Απόψε,
θρηνούμε την αποκάλυψη
της πιτυρίδας
Ο Γιάννης Λιάσκος είναι ο ποιητής που δεν θέλει αδεξιότητες στο ρυθμό του λόγου του. Είναι ο τεχνίτης του μέτρου. Ξαφνιάζει αυτή η αρμονία. Η λέξη αρμονία προέρχεται από το ρήμα είρω, (Buttmann, P and J.Fishlake (1846), Lexilogus, p.300), από την ίδια λέξη από την οποία προέρχονται οι λέξεις ειρμός, συνειρμός. Και αυτό κάνει. Και ξαφνιάζει γιατί είναι ο χώρος μιας έκθεσης που ηχεί πέρα από την αισθητική και την καλαισθησία. Είναι το σκαρί του πλοίου που βρίσκεται έτοιμο στις ράγες για ταξίδι.
Με θέσεις που κυμαίνονται μεταξύ των ποιημάτων που μιλούν μόνα τους για μια επίδρασή που συχνά επικαλείται (μα που ωστόσο προχώρησε πέρα από τον αρχικό θαυμασμό του για τον Έλληνα ποιητή Σκαρίμπα) και των ποιημάτων που δημιουργούν μια όαση στην έρημο, ή μια έρημο στην θάλασσα, ο Λιάσκος από την αρχή αφηγείται μια ποιητική ιστορία που δημιουργεί σταθμό με τη σιωπηλή λυρική ξεκούρασή της.
Ο Λιάσκος ασχολείται πάνω από δεκαπέντε χρόνια με τον ποιητικό λόγο. Η αρμονία στο λόγο του που αποδεικνύουν οι στίχοι του, η στρωτή γλώσσα του, η …αεικίνητη ηρεμία του και η σιγουριά στη χρήση του λόγου δέθηκαν σ’ ένα στιλ προσωπικό που ενημερώνει, ερωτά και αναλύει. Η τέλεια αποχή του από το θέμα της μετανάστευσης (χαρακτηριστικό που μοιράζονται και οι τρεις ποιητές μας) έδωσε στον ποιητή την ικανότητα να ασχοληθεί με την τεχνική στο στίχο του. Και είναι επιπρόσθετο επιχείρημα η μη ανάπαυση στο δώρο που χαρίζει η μουσική των λέξεων, η πρόσθεση που ο ίδιος ευγενικά κληροδοτεί στα λόγια.
Ο Λιάσκος είναι γλύπτης του λόγου. Αυτό είναι το κάλεσμά του στην ποίηση. Ο ρυθμός του ενώνει ρυθμικά, και δεν ενώνει μόνο τα δικά του αλλά και των άλλων που συνεργάζονται μαζί του. Οι ποιητικές του συλλογές έρχονται να σφετεριστούν την καλύτερη πλευρά του, αυτή της συνεργασίας και σύμπλευσης με άλλους. Και είναι πρωτοπόρος σε τούτο, με απτό το παράδειγμα από τα πρώτα χρόνια της γραφής του, όπου, με τον Γιάννη Κατσαρά, συνέλεξαν το υλικό μιας Ανθολογίας της διασποράς. Μια μεγάλη και ευσυνείδητη προσπάθεια που αξίζει να αναφερθεί και τελείως ανεξάρτητα, εδώ.
Συνειδητά ο ρυθμός αποδίδει όταν η αρμονία που επικαλείται η τέχνη γίνεται η τέχνη που επικαλείται η αρμονία. Ο Λιάσκος γίνεται ο κριτικός της δουλειάς του πολύ πριν το εισηγηθεί ή το αναλάβει ένας τρίτος. Είναι ήρεμος και σιωπηλός ρυθμιστής των σκέψεών του Και δεν αναδύεται από τους στίχους του καμία διάθεση εγκατάλειψης ή παράδοσης στη Μούσα που θα τον οδηγήσει. Εργάζεται το λόγο του. Μια εξαιρετικά δύσκολη κάθαρση επιχειρείται, μέσα από μια ειλικρίνεια που μαγεύει. Μια μαγική κάθαρση που προσγειώνει τον αναγνώστη μελετητή που υποψιάζεται την ζύμωση λόγου και την εμπειρία στο αναμενόμενο αποτέλεσμα. Στο δρόμο για την αρμονία και για τον ήλιο της γλυκύτητας και ασφάλειας η ανάσταση από τη ζωντάνια που προσφέρει ο Λιάσκος αποτελεί τέχνη μακριά από τις προκαθορισμένες, αζύμωτες τεχνικές. Ιδού ο άνθρωπος που πριν ακόμα γεννηθεί πονάει για τον άνθρωπο… Ο ερωτισμός για ζωή είναι σχεδόν όμοιος με τη γραφή του.
Στο φως…
στη μάνα μου
Εσύ εκεί, κι εγώ μαζί σου,
σιγή τριγύρω, προσμονή,
δεν έχω άλλη υπομονή,
θα βγω απ’ τα βάθη της αβύσσου.
Πονάς, το ξέρω, μα κρατήσου,
τελειώνει αυτή η αναμονή,
σαν βγει η πρώτη μου φωνή
θα κλάψεις απ’ την ταραχή σου.
Σπρώξε καλή μου λίγο ακόμα
ν’ αφήσω πίσω τα σκοτάδια,
θέλω στο φως να σεργιανίσω…
Ν’ αγγίξω το γλυκό σου στόμα,
να νιώσω τ’ απαλά σου χάδια,
να σ’ αισθανθώ, να σ΄ αντικρίσω…
Φεύγομε πια από την σφαιρική ή και δυσανάλογη αρμονία. Τέχνη και τα δυο. Φύγαμε από ρεύματα που μας κεντρίζουν το μυαλό σαν σταυρόλεξα για εξαιρετικά λίγους λύτες. Φτάνουμε στον ανοικτό «κόντρα στα σύμβολα» Δημήτρη Τρωαδίτη, που ακόμα δεν έχει χαρίσει στο κοινό δημοσιευμένο τον δυναμικό στίχο του.
Ευθύς και άμεσος. Η αμεσότητα του Τρωαδίτη δεν μπορεί ούτε και έμμεσα να αμφισβητηθεί. Όμως είναι σε θέση να αναρωτηθεί έμμεσα (και άμεσα) ο καθένας αν υπάρχει τίποτε το λιγότερο λιτό στην τόση ευθεία λιτότητα, και στην εξιστορητική του ποιητική ικανότητα. Τα σύμβολα υπάρχουν, ωστόσο είναι ελεγχόμενα και τόσο ανοικτά που αναρωτιέται κανείς πού να κρύβεται η αφαίρεση. Και αυτή η τάση αποκάλυψης και αποκωδικοποίησης δεν μας αφήνει ήσυχους για τον κυριότερο λόγο πως ο Τρωαδίτης έχει τον τρόπο του να κάνει λιτά τα πιο δύσκολα και πιο δύσκολα τα λιτά. Και μέσα στα νήματα βρίσκει κανείς τον τρόπο να συλλογιστεί και να βρει την αφαίρεση.
Μια φωνή επανάστασης από ένα επαναστάτη που φωνάζει σχεδόν τις ίδιες με τους άλλους ιδέες… ωστόσο η πυγμή και το κέντρισμα σε πείθουν τόσο που τυφλά θα επιζητήσεις να ακολουθήσεις τα λεγόμενά του. Μια δύναμη αυτή του Τρωαδίτη, μια ανδρική δύναμη που δεν έχει αμφισβήτηση. Η χρήση του μέλλοντα, η χρήση της γλώσσας σαν του μεγάλου αντικειμένου, όχι σαν του μέσου έκφρασης, το πάντρεμα θέματος, γλώσσας και τέχνης για χάρη του αποτελέσματος είναι ακέραια, εφικτά, σαν να πρόκειται για ένα σίγουρο «τώρα». Θα κινηθείς να αρπάξεις τη σανίδα του, σαν να είναι από πραγματικό ξύλο. Οι στίχοι του φαίνονται προσεγμένοι και όμως κάτι φωνάζει στον αναγνώστη πως είναι ακατέργαστοι, έτοιμοι να παραδοθούν.
Ο Τρωαδίτης έχει φωνή κανονιού και η φωνή του όσο κι αν είναι δυνατή έχει την οντότητα ενός νήματος από μετάξι. Και το στερεό μετάξι του είναι η μεγαλύτερη ευχή του. Υπάρχει μια νότα που πρέπει από την αρχή να παίξω για τον Τρωαδίτη, και είναι μια νότα που δεν βρίσκεται εύκολα στο πεντάγραμμο. Την γνωρίζει αυτή τη νότα πρώτος, αυτός την επινόησε, και όταν θα θελήσω να την παίξω δεν θα την βρω γιατί είναι προνόμιο δικό του η παρουσία της η μη γνωστή και όμως κατανοητή φωνή του στίχου του. Δεν ξέρω πώς στο κάθε ποίημά του θα βρει να σεκοντάρει με πειστικότητα τα όσα θα αναφέρει στους υπόλοιπους στίχους. Η δυναμική αυτή είναι φυγόκεντρος που αινιγματικά παρουσιάζει το υπόλοιπό του δημιούργημα.
Ακολουθείς πιστά τον ποιητή Τρωαδίτη σε όσα θα πει. Δεν έχει μεν ή αλλά και δεν υπάρχει ανάλυση πέρα από το ότι…δεν υπάρχει ανάλυση. Η δύναμη της πένας του έχει να βασιστεί στο ότι ακολουθείς, τον πιστεύεις και τον δέχεσαι, σε όποιο ρεύμα κι αν βρίσκεσαι ή αν βρίσκεται. Ένας πραγματικός πρωτοπόρος, μια δύναμη, μια potentia poetica που απορροφά την αντίστασή σου, ακόμα και την όποια δίψα στην όποια αντίσταση για αφομοίωση των κειμένων του.
Τα μυστικά μου
Θα χαράξω τα μυστικά μου στο κορμί σου
κι όσα μου μαρτυρούν οι ήλιοι θα αποτυπώσω
κι όσα μου λαλούν τα πουλιά θα ζωγραφίσω.
Δεν θ’ αντικρίζω τα φώτα σαν κλωστές από σκοτάδια,
μόνο θα ταξιδεύω πάνω σε φτερά αηδονιών.
Όχι άλλα δάκρυα στις αντάρες των αγεριών
όχι άλλες θλίψεις στις κοιλάδες της σκέψης
όχι άλλες ψυχές στην αδύναμη πάχνη της ανατολής
όχι άλλες φλέβες σε σιδερένια παραπετάσματα
Γιατί έρχομαι από βροχές και τυφώνες
δραπέτης από διψασμένα πηγάδια
ξέστρατος από άνυδρα βουνά
ξέμπαρκος από υποκριτικά χείλη
κι ήρθα να δρέψω τους καρπούς μιας δικής μας αγάπης.
Οι στίχοι των ποιητών μας, εδώ στην Μελβούρνη, Καλυμνιού, Λιάσκου και Τρωαδίτη, είναι δυναμικοί γιατί είναι τεχνικά ώριμοι, μαστορεμένοι, ρυθμικοί, με καλλιέργεια και λεπτότητα ψυχής, είναι της γνώσης της αντίστασης σε ρεύματα που σχισματικά συνοδεύουν ένα επιμελημένο γράψιμο γεμάτο σοφία, το ατομικό ρεύμα και όχι το έτοιμο. Ή ακόμα γιατί οι σαν φίλτρο χρησμοί της συμβολικής τους υπόστασης αλλά και της πεισματικά πειστικής ποίησής τους τα διέπουν χαρισματικά. Οι στίχοι τριών ποιητών μας στους Αντίποδες βρήκαν το δρόμο τους. Ας βρουν και την ευρύτερη αναγνώριση! Όπως το ίδιο ευχόμαστε να βρει και η μελέτη του κάθε ποιητή έξω από άλλες καταγραφές και πιο κοντά στη φύση της ιδιαίτερης γραφής του.
*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ένεκεν” της Θεσσαλονίκης (τεύχος 14, Οκ΄τωβριος-Δεκέμβριος 2009, σελ. 150-160).
Βιβλιογραφία
Αθανασιάδης, Τ.& Παναγιώτης Κανελλόπουλος.1999. Αφιέρωμα Αυστραλιώτιδα
Λογοτεχνία-Οι Έλληνες Λογοτέχνες. In Αιολικά Γράμματα.
Αινιζλή, Δ. 1999. Στοχασμοί (Ντ. Αμανατίδου) In Αιολικά Γράμματα. pp.100-102
Αιολικά Γράμματα.1999. Τεύχος 176. Aθήνα. Κώστας Βαλέτας Εκδότης.
Antipodes Magazine, Τεύχος. 15. Melbourne. The Greek-Australian Cultural League.
Βασιλακάκος, Γ. 1997. Η νεοελληνική λογοτεχνία της διασποράς: Αυστραλία. Αθήνα.
Gutenberg.
Βασιλείου, Ε. 2003. Η Αγγελιοφόρος (Α’ Τόμος). Ποίηση. Melbourne. National
Centre For Hellenic Studies and Research (NCHSR), La Trobe University.
Βασιλείου, Ε. 2009. Η γλώσσα των πουλιών. Melbourne. Aphrodite Editions.
Γεωργουδάκη, Αι. 2002. Ποιήτριες Ελληνικής καταγωγής στη Βόρεια Αμερική,
Αυστραλία και Γερμανία. Ακροβατώντας ανάμεσα σε δύο πατρίδες δύο ταυτότητες. Θεσσαλονίκη. University Studio Press.
Castan, C. 1986. Conflicts of love. Brisbane. Phoenix Publications.
Castan, C. 1988. Greek Australian Literature: An essay. Introduction in Reflections.
pp. 3-28.
Φίφης, Χ. 1986. Η ποίηση του Νίκου Νινολάκη. In N. Ninolaki Ο Αργοναύτης του
Νότου. pp. 9-42
Φίφης, Χ. 1999. Η Ελληνοαυστραλιανή παροικία και η λογοτεχνία της.
In Aιολικά Γράμματα. pp.76-85.
Φίφης, Χ. 1999. Συνέντευξη με τον ποιητή Δημήτρη Τσαλουμά. In Νέα Εστία.
pp.428-432.
Καραλής, Β. 1999. Συζήτηση με τον Αρχιεπίσκοπο Αυστραλίας Σεβασμιώτατο κ.
Στυλιανό. In Νέα Εστία.
Kanarakis, G. (1988) Greek Voices in Australia. Canberra. Australian National
University Press.
Λιάσκος, Γ. και Γ. Κατσαράς. 1998. Ποιητικές Ώρες. Ανθολογία Ποιημάτων. Μελβούρνη.
R.M. I.T. Greek Studies
Μαχαλιάς, Ν. 1999. Ντίνα Αμανατίδου: Η ανήσυχη και πολύπλευρη φωνή του
(Έλληνα) μετανάστη στην Αυστραλία. Αιολικά Γράμματα. pp. 92-95.
Mylonas, M. 1982. Nikos Ninolakis: A reading of some of his poems. In Antipodes
15, pp. 2-8.
Νέα Εστία. 1992. Τόμος 131ος. Τεύχος 1553. Αφιέρωμα στον Ελληνισμό της
Αυστραλίας και στην Ελληνοαυστραλιανή Ποίηση. Αθήνα.
Νίκα, Ε. 1992. Κόρες της Μετανάστευσης- Η γυναικεία φωνή στη
Ελληνοαυστραλιανή Λογοτεχνία. In Νέα Εστία.
Nickas, H. (1993) (ed.) Η Θέαλλη. Melbourne. Owl Publishing.
Nickas, H. and Constantina Dounis (eds. ) 1994. Retelling the tale. Poetry and prose
by Greek-Australian women writers. Melbourne. Owl Publications.
Νίκα, Ε. Στέφανος Κωνσταντινίδης. 1998. Αλλόχθονα Τοπία-Ποίηση από την
Αυστραλία και τον Καναδά. Μελβούρνη. Owl Publishing.
Νινολάκης, Ν. 1986. Ο Αργοναύτης του Νότου. Αθήνα. Πύρινος Κόσμος.
Spilias, T. and S. Messinis (eds.) 1988. Reflections. Selected works from Greek
Australian Literature. Melbourne. Elikia.
Σπηλιάς, Θ. 1999. Το μοτίβο της ξενιτιάς στην ελληνοαυστραλιανή λογοτεχνία. In
Νέα Εστία.
Tamis, A.M. 2005. The Greeks in Ausrtalia. Melbourne. Cambridge University Press.
Τσιανίκας, Μ. 1999. (Τ)Αυτοβιογραφούμενοι Αντίποδες. In Νέα Εστία.
Τσιανίκας, Μ. 2004. Ελληνοαυστραλιανή λογοτεχνία: γενική προσέγγιση με ειδικότερες
αναφορές. Στο Λογοτεχνία της διασποράς και Διαπολιτισμικότητα , Πρακτικά Διημερίδας,
Ρέθυμνο, 24-25 Οκτωβρίου, 2003, επιμέλεια Μ. Δαμανάκης, Γ. Μητροφάνης:47-68. Ρέθυμνο: Ε.ΔΙΑ.Μ.ΜΕ. Πανεπιστήμιο Κρήτης.
Χατζηνικολάου, Α. 2003. Πρόλογος Αγγελιοφόρος Α’ Τόμος. In Βασιλείου, Ε. 2003.
