Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Η κιβωτός

564642_10150658869692219_676962218_9585180_1926401942_n

Θάθελα η λύση να ήταν αυτή:
Να τέλειωνε εδώ η χλαλοή,
να κατακάθιζε η σκόνη που σηκώθηκε στο φευγιό μου.
Θάβαζα τα μικρά μου πέδιλα δίπλα στο τζάκι.
Το σκούρο πανωφόρι μου θα κρέμαγα στον τοίχο
και θα μαντάλωνα την πόρτα της υπομονής.
θάμενα εκεί. Ωραίος στην απελπισία μου.
Τραγικός στην ερημιά μου.
Μια μικρή χιονόμπαλα που γλύτωσε από τον ήλιο.
Μια νεράιδα που δεν υποψιάζονται την ύπαρξή της.

Χρόνια και χρόνια ζω με την ελπίδα αυτή.
Προσπαθώ να ξεφεύγω μακρυά.
Ολοένα κρύβω μυστικά το σώμα μου
και κάθε τόσο ετοιμάζομαι να πω πως τέλειωσα,
να φωνάξω πως νίκησα οπισθοχωρώντας.
Προσέχω τότε τις ξένες φωνές.
Ιδού το σώμα μου – εκκωφαντικό αντηχείο.
Τα βλέμματα των άλλων είναι το βλέμμα μου.
Είναι αυτοί που έρχονται, φεύγοντας μαζί μου.
Τότε το βλέπω καθαρά. Δεν είμαι τίποτ’ άλλο
παρά η κιβωτός τους.

Leave a comment