άνθρωποι
βγαίνουν απ’ τις τρύπες της νύχτας
γεμάτοι δόντια
τσιγάρα
μικρές κραυγές
στην μεγάλη νύχτα
πολύ μεγάλη
υπερβολικά μεγάλη
ακολουθούν την διαδρομή προς την πλατεία
την δακρυγονούσα
“άκου, μου λένε, έχασα την δουλειά
τώρα κοιμάμαι στους κάδους
έχει καταπιεί η τράπεζα το ένα μου χέρι
είμαι κουτσός
δεν μπορώ πια να παρέχω χάδια
ούτε κλοτσιές
τι μπορεί απόψε, αύριο
αυτή η αράδα, αυτό το στυλό, αυτό το πράγμα εδώ
που ονομάζετε ποίηση;
δεν είναι
ψάρια ή
όρνιθες ή
γλώσσα
τώρα πια ”[3]
και πηδάνε στις κάθετες
πυρκαγιές των περιπτέρων
και τα δέντρα
ρίχνουν λάδι
στην φωτιά
*Από τα “9 ποιήματα στα ελληνικά”
