ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
Όπως έχουμε παρατηρήσει και άλλοτε, αρκετοί ποιητές, όταν νιώθουν ότι φτάνουν στο τέλος ενός κύκλου έργων τους, συνηθίζουν να εκδίδουν τα πονήματά τους σε ένα τόμο των μέχρι τότε απάντων τους. Με αυτόν τον τρόπο, είτε τονίζουν ότι ένας κύκλος ποιητικών συλλογών τελείωσε και θα αρχίσει ένας καινούργιος, είτε έχουν εξαντλήσει τις προηγούμενες ποιητικές συλλογές τους και χρησιμοποιούν τον παραπάνω τρόπο ως μια προσπάθεια επανέκδοσης. Η συλλογική έκδοση των έργων ενός ποιητή βοηθάει και τον αναγνώστη να βρει παλιές εξαντλημένες ποιητικές συλλογές και να δει την εξέλιξη του ποιητή από τις πρώτες ποιητικές του προσπάθειες μέχρι σήμερα.
Τέτοιες σκέψεις μας έρχονται στο νου διαβάζοντας το βιβλίο της Ελένης Καρασαββίδου: «Ο Άβελ και ο Ίκαρος». Πρόκειται για μια συλλογική έκδοση όλου του έργου της ποιήτριας από το 1997 μέχρι το 2011. Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη: «Κλεψύδρα», «Κτόνια αύτο» και «Ο Άβελ και ο Ίκαρος». Μελετώντας και τα τρία μέρη, παρατηρούμε την εξέλιξη της ποιήτριας, που από την προσπάθεια συμβολικών απεικονίσεων κυρίως επηρεασμένων από την ποίηση του Σεφέρη, καταλήγει σε ένα δικό της στυλ, σύγχρονο, κομψό και λιτό. «Για να βρεις τον εαυτό σου / πρέπει να τον ξεπεράσεις», γράφει στο προλογικό της ποίημα η Ελένη Καρασαββίδου και διαβάζοντας αυτό το βιβλίο, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι η ποιήτρια, όσο περνάει ο καιρός, ξεπερνάει τον εαυτό της.
Υπάρχουν στιγμές, όπου η Ελένη Καρασαββίδου, στο βιβλίο «Ο Άβελ και ο Ίκαρος», μας δίνει τη δική της συγκινητική εικόνα για όσα αφήνουμε πίσω μας, όταν μετακομίζουμε σε ένα καινούργιο σπίτι: «Θα βγάλετε πρώτα τα πράγματα / τα πιο ελαφριά από δω μέσα, / τα βαριά αφήστε τα για το τέλος», είπε. / Τα σπίτια ν’ αλαφρώνουνε σιγά – σιγά / μη γίνουνε μπαλόνια που δεν πέρασαν / από τα μάτια ούτε ενός παιδιού / και – για πάντα – χαθούνε. / «Ναι… Τα πιο βαριά όσο το δυνατόν / πιο μετά. / Τις αναμνήσεις αφήστε τες για το Τέλος».
Στο ποιητικό αυτό πόνημα της Ελένης Καρασαββίδου, βρίσκουμε σκορπισμένα μικρά – μικρά διαμαντάκια, που ξαφνιάζουν με το λιτό τους παρουσιαστικό και το έξυπνο και πολλές φορές πρωτότυπο νόημά τους: «Βαθιά φιλοσοφημένο το τσιγάρο. / Με τη σεμνότητα όσων δεν ξέρουν. Γιατί Γνωρίζουν. / Με μια πράξη σιωπηλή περιγράφει το μέλλον. / Τρέπεται σε στάχτη.» Και αλλού: «Το βιβλίο δεν το γράφεις για τον αναγνώστη. / Το βιβλίο το γράφεις με τον Αναγνώστη».
Σε άλλα ποιήματα, του βιβλίου της Ελένης Καρασαββίδου «Ο Άβελ και ο Ίκαρος», υπάρχουν αποσπάσματα, που εμπεριέχουν βαθύ φιλοσοφικό στοχασμό, δίχως να χάνουν τον εσωτερικό ρυθμό, που απαιτεί το ποίημα: «Καλύτερα να υπάρχεις / και να μην φαίνεσαι / παρά να φαίνεσαι / και να μην υπάρχεις.» Και αλλού: «Δεν μπορούμε να κρατήσουμε της ζωής το πάθος / αν χάσουμε τις αυταπάτες».
Ένα άλλο γνώρισμα της Ελένης Καρασαββίδου είναι ότι συνηθίζει να παίζει με τις λέξεις, φτιάχνοντας ωραίους συνειρμούς: «Έχουν πολύ σιωπή οι λέξεις μου / και πολλές λέξεις η σιωπή μου».
Θα μπορούσαν να γραφτούν σελίδες επί σελίδων για την ποίηση της Ελένης Καρασαββίδου στο βιβλίο «Ο Άβελ και ο Ίκαρος», όμως, θα αρκεστούμε στα παραπάνω, προσθέτοντας μόνο ένα μικρό ποίημα, που μας υπενθυμίζει ότι καλός ποιητής δεν είναι εκείνος, που γράφει με σκοπό τον εύκολο εντυπωσιασμό, αλλά εκείνος, που νιώθοντας μέσα του την εσωτερική τάση για δημιουργία, παλεύει το στίχο και για να θυμηθούμε λίγο και το Σολωμό: «Με καιρό και κόπο» γράφει το ποίημα: «Γραφιάδες τερπνοί κι ηδονικοί… ξεχνάτε. / Η Λέξη βγαίνει απ’ το ποιείν / και όχι από το γράφειν».
