Στηρίξαμε την ελπίδα στα χέρια μας.
Όπως χτυπάμε τον κασμά την κρατήσαμε
και σκάψαμε στο μέλλον.
Όπως σφίγγουμε το φτυάρι την κρατήσαμε
να μαζέψουμε τα ερείπια
από τα όνειρα της νιότης.
Συρθήκαμε κάτω από έμφορτα τραπέζια γυρεύοντας ψίχουλα,
τη χαρά που δεν είναι δική μας γυρεύοντας,
μόνο το τραγούδι της ευωχίας ν’ ακούσουμε,
να γνωρίσουμε τη ζωή που για μας είναι ξένη.
Θέλουμε ν’ ατενίσουμε το αίμα που φεύγει από τις φλέβες
και προσφέρεται μ’ ασημένιες κούπες,
με προπόσεις και χειροφιλήματα.
Θα μπορούσαμε τότε να πιστέψουμε στον εαυτό μας,
σαν το στρατιώτη που πιστεύει στα όπλα του
την ώρα της επίθεσης.
