Μια μέρα ο διάβολος δέχτηκε τον ζωγράφο.
—Σε θαυμάζω, του είπε.
Αποδίδεις με πιστότητα το περίγραμμα
των πραγμάτων.
—Έχω μια κόρη, απάντησε ο ζωγράφος.
Είναι βυθισμένη στην καλή λογοτεχνία.
Το νεφρό της έσκασε σαν καρπούζι.
—Σε πιστεύω, απάντησε ο διάβολος.
Κι εμένα δουλειά μου είναι το εμπόριο του λευκού.
—Το γνωρίζω, απάντησε πάλι ο ζωγράφος,
κι ένιωσε να ματώνουντα χείλη του απ’της ζωής τ’ ανείπωτα.
—Δεν πιστεύω να με μπερδεύεις με τον πατέρα σου,
ακούστηκε σαν φίλος ακατονόμαστος.
—Μα δεν με λένε Χριστόφορο, αντέκρουσε
λίγο σαστισμένος, ο ζωγράφος.
Τότε ανοιγόκλεισε τα μάτια.
Έξω από τη Βιβλιοθήκη της Βιέννης
χιόνιζε.
*Από την ποιητική συλλογή «Το θέρος των βροτών», εκδ. «Ένεκεν», 2010.

υπέροχο dark poem. καλή χρονιά.