Ανάγραμμα
Το ανάγραμμά μου μπορεί να είναι το ψευδώνυμο
της αγάπης σου.
Αυτό δεν θα είχε σημασία παρά μόνο αν οι λέξεις έπαιρναν
το σχήμα σου κάθε φορά πού μ’ άκουγες να σε φωνάζω από
μακριά κι εσύ ανταποκρινόσουν μ’ ένα «δεν ξέρω» πού μέσα
του έκρυβε τον θάνατο αυτών που γνωρίσαμε.
Αγέλαστοι και με κομμένη την ανάσα νοσταλγούμε το γέλιο,
απλώνουμε τα χέρια μας σ’ ό,τι δεν υπάρχει,
στις σκοτεινές αναταράξεις που μας άφησαν άφωνους
και απορούμε αν όσα ακούσαμε ήταν φωνή ή των ήχων
μια απρόσμενη σύγχυση.
Ξεραμένα δέντρα που κάποτε τα απειλούσε ό άνεμος,
άηχες κραυγές αϋτοδάπανες, ανερμάτιστα βλέμματα
έρμαια των ονείρων.
Ο άνεμος δεν θα περάσει, δεν θα μας βρει,
κι αν μείναμε μόνοι είναι γιατί ζητήσαμε
το άλλο μας όνομα.
Αν με καλέσεις δεν θα ξέρω πια ποιος είμαι.
Επίλογος
Αν ήταν να πάρεις την ψυχή μου θα ήσουν άγγελος
Μα ξέχασες πως των αγγέλων οι δρόμοι διασχίζουν
τη νύχτα σαν αστραπή
Βγαίνουν στο φως
Γίνονται ένα με της αυγής τα μονοπάτια
Κι υστέρα μας απειλούν όχι με το σκοτάδι
Αλλά με την αιθρία ενός θανάτου που μας χαρίζεται
Ώρες
Ώρες που περίμενα ν’ αδειάσει το σπίτι
Μ’ ένα ραβδί παραπλανημένου μάγου
Να γίνει ενδιαίτημα ονείρων
Και χώρος ακατοίκητος
Απ’ τις σκιές που ρίχνουν τα πράγματα στους τοίχους
Απ’ τις φωνές πού ανασύρουν τα πεπραγμένα της ημέρας
Από τις προσδοκίες εγκλεισμού όσων έδιάβηκαν το κατώφλι
Ώρες πού διέσυραν τη μνήμη
Που απειλητικά την έσυραν εκεί πού εξαντλείται όπως κάτι
χιλιοειπωμένο
Όπως η οικειότητα ανάμεσα σε παλιούς εραστές
Ώρες που έβλεπα το πρόσωπο σου σ’ έναν καθρέφτη
*Από τη συλλογή “Ανεπίδοτο”, Εκδόσεις “Έρασμος”, 2004.
