Τον άκουγα να ωρύεται στις εξώπορτες
ζητώντας νοίκι από τ’ ορφανό,
στερώντας από δουλειά τον πεινασμένο.
Κι όταν τις νύχτες στο φως της λάμπας
υπολόγιζε τόκους κι επιτόκια,
ο ίσκιος του, ξεχειλίζοντας το δωμάτιο,
χυνόταν αργά από τα παράθυρα
σ’ αμέτρητα ποτάμια κατάμαυρης λάβας.
