Στους πανηγυρισμούς ζητωκραύγαζε έξαλλα.
Κάποια στιγμή που σού ‘γνεψε,
μόλις που μπόρεσες να πιάσεις σκόρπιες φράσεις
– κάτι για τη σπουδαία νίκη που κερδίσανε,
για την πλειοψηφία που μπορέσαν να πετύχουν –
κι εσύ να προσποιήσε πως δεν άκουγες
παράμερα με τους πολλούς να στέκεις
πλειοψηφία όντας κι εσύ των μόνιμα χαμένων.