ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ
(Πρώτο σχεδίασμα)
Μια σκούρα χρυσή καμπάνα αντηχεί –
ένας εραστής σε σκοτεινό δωμάτιο ξυπνάει·
το μάγουλο στις φλόγες· φως, τρεμοπαίζοντας, στο τζάμι χτυπάει.
Λάμπουν στο ποτάμι: κατάρτι, σκοινιά, πανί.
Ένας μοναχός, μια έγκυος γυναίκα μες στο συνωστισμό.
Κιθάρες παίζουν και αστράφτουν κόκκινες ποδιές.
Ατμόσφαιρα αποπνικτική· μες σε λάμψη χρυσή ξεραίνονται οι καστανιές.
Μαύρη υψώνεται η εκκλησία προκαλώντας θαυμασμό.
Από μάσκα χλωμή το Πνεύμα του Κακού κοιτάζει.
Μία πλατεία σκοτεινιάζει μακάβρια και φρικτή·
Ψίθυροι, το βράδυ, στα νησιά κινούνται.
Ασαφή οιωνό το πέταγμα των πουλιών διαβάζει
ο λεπρός, που ίσως πεθάνει και σαπίσει ως την αυγή.
Στο πάρκο τ’ αδέλφια, τρέμοντας, κοιτιούνται.
ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ
Είναι ένας αγρός θερισμένος που πάνω του πέφτει μια μαύρη βροχή.
Είναι ένα σκούρο δέντρο, που στέκει ερημικό.
Είναι ένας άνεμος που σφυρίζει γύρω από άδειες καλύβες.
Πόσο θλιμμένο το βράδυ αυτό!
Στο κτήμα μπροστά
η ήρεμη ορφανή μαζεύει ακόμη αραιά στάχυα.
Στρογγυλά και χρυσά τα μάτια της πλανιούνται στο λυκόφως
κι η αγκαλιά της προσμένει τον ουράνιο μνηστήρα.
Στο γυρισμό
βρήκαν οι βοσκοί σαπισμένο
το γλυκό σώμα στην βάτο.
Είμαι ένας ίσκιος μακριά από σκοτεινά χωριά.
Τη σιωπή του Θεού την ήπια από
την πηγή του δάσους.
Στο μέτωπό μου κρύο μέταλλο κυλά.
Αράχνες ψάχνουν για την καρδιά μου.
Είναι ένα φως που σβήνει στο στόμα μου.
*Από τη συλλογή “Ποιήματα” (1913), μετάφραση: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος
Περισσότερα στο http://mixalispapantonopoulos.blogspot.com.au/search/label/%CE%A4%CE%A1%CE%91%CE%9A%CE%9B%20%CE%93%CE%9A%CE%88%CE%9F%CE%A1%CE%93%CE%9A
