Πώς έγινε και σύρθηκα ως τα πενήντα τρία
με τα οράματα πρησμένα
στα γόνατα και την ψυχή φθαρμένη στον γιακά,
ασύστατοι, εγώ που ονειρευόμουν
πάντα το ίδιο ποτάμι;
Το ίδιο ποτάμι!
Είχε ασημένια τα νερά
και τα καλάμια πορφυρά
κι εκεί στην όχθη-όχθη
καθόταν στην καρέκλα της
μια εργατική γερόντισσα
κι έπλεκε κι έλεγε σ’ έναν βαρκάρη: «Αυτές
είναι ψυχές! Ατσάλινες! Σου κάνουν κάτι μοίρες
αθάνατες! Όχι αυτές
που κουβαλάς. Κρίμα στ’ ασήμι!»
Πού πήγε το ποτάμι μου, αχρείοι; Έτσι, λοιπόν,
θα τριγυρίζω δίχως λόγο
– που είναι, όπως γνωρίζουμε, η ψίχα της ψυχής –
ανάμεσα σε πράγματα φτηνά και βιαστικά,
σαν ολοφάνερη αλήθεια; Κι ο αέρας,
η θάλασσα, τα δέντρα, οι ακτές
που ησυχάζουν, σαν λευκά
νεροπούλια στην σκιά
των βράχων; Ο γιγάντιος εκείνος λιθοξόος
που καυγαδίζει με τη νύχτα
πίσω απ’ τις ράχες των βουνών;
Ήτανε ψέματα όλα αυτά;
Ψέματα, το ποτάμι των πορφυρών ψυχών;
Φαντασιώσεις ενός δύσκολου αγοριού
που δεν μπορούσε ν’ ανεχθεί
τα βιαστικά και τα φτηνά
του κόσμου; Ό,τι κι αν ήταν,
τα θέλω πίσω. Τώρα!
Δεν γίνεται αυτό που μου ζητά σύνεσή σας.
Εγώ ερωτεύτηκα την τσούλα τη ζωή
και θα γλεντάω την πρόστυχη αγκαλιά της,
μέχρι θανάτου. Πώς, αλλιώς;
Γίνεται να πηγαίνω,
ασύστατοι, συνέχεια εκεί απ’ όπου επιστρέφω
όλο μεταβολές και ματαιώσεις κι αποφάσεις
κι ελπίδες και ακυρώσεις
κι έναν υπάλληλο φόβο
ν’ αρχίσω απ’ όπου τέλειωσα τόσες φορές;
Καλύτερα να συντριβούν τ’ αστέρια όλα
στη ράχη μου· καλύτερα ν’ αρπάξουν
φωτιά οι θάμνοι και τα δέντρα, να χωθούν
βαθιά στη δίψα οι πηγές, να λάμψει
στα μάτια μου η αρετή του έμφυτου τέλους:
μια χούφτα θάρρος σκοτεινό
ανάμεσα στα πόδια της σιωπής,
παρά αυτή η ευτελής
συνήθεια να βάζετε τα πράγματα στη θέση τους.
Ποια θέση;
Σκεφτήκατε πως όλα αυτά
που αγνοεί η σκέψη σας τα ξέρει η άγνοιά μου;
Πώς είναι βέβαιοι πού βρίσκεται η θέση μου,
πάντα έκθετοι στα πάντα,
κι όμως τίποτα πάντα·
ούτε ερπετά ούτε πουλιά, ούτε ζώα;
Φόβος και μίσος δίποδο, που θα τελειώσει δυστυχώς
έρποντας για να βρει, ασύστατοι, τη θέση του.
Ποια θέση;
Μοσχοβολάει η τρώγλη των κερδώων ηδονών σας
λυτά μαλλιά, χείλη απαλά
και κοριτσίστικο λαιμό το δειλινό;
Σας ξαγρυπνά ένας δαίμονας σκληρός,
σαν άνθρωπος που κόβει κομμάτια έναν άνθρωπο
μέσα του με στοργή: ‘μια μάσκα πέτρινη -γελάει
ή κλαίει, ποιος ξέρει- αρπάζει
μαλλιά και χείλη και λαιμό,
κόβει, σκορπίζει, αφήνει
μια λαχτάρα κοφτερή
που ανοίγει κάθε τόσο σαν πληγή;
Πληγή, πληγή αφόρητα γλυκιά
η θέση μου η θέση μου στον κόσμο σας,
κι ο κόσμος σας ψοφίμι.
