Όλα μαύρα τά ‘βλεπε
κι έγραφε στίχους πεζούς,
που κανείς δε σκεφτόταν να ψάλλει.
Λοιπόν αρκετά. Άλλο δεν πάει.
Πρέπει ευθύς ν’ αλλάξει θέμα και ύφος.
Να γράψει για τον ήλιο που χαμογελά,
για το φως που αστράφτει
στο γιαλί και στις πέτρες.
Άνοιξε το παράθυρο να δει,
μα ο ουρανός βάρυνε πάνω του.
Για τούτη ‘δω τη συννεφιά
το φταίξιμο δεν ήταν του καιρού.
