“Είμαστε σώματα στοιβαγμένα το ένα δίπλα από το άλλο.
Δημιουργούμε τείχους, θωρώντας πως θα φτάσουμε στην αιωνιότητα,
ενώ η γύμνια μας ντροπιάζει…
Ψάχνουμε απεγνωσμένα ένα ρούχο να κρύψει τη γύμνια μας!
Όλοι φοράμε περούκες!
Η βροχή καίει τη γύμνια μας,
ενώ θέλουμε τη βροχή για να ξεδιψάσουμε από τη γύμνια.”
Γιατί απεχθάνονται το γυμνό τους σώμα;
Τι να τον κάνω το χιτώνα;
Ασπάζομαι τη γύμνια μου!
Η γύμνια μου χύνεται στο χαρτί,
η γύμνια μου θα με σώσει από τον αριβιστή του τείχου ·
από το να γίνω κι εγώ ένα κομμάτι παζλ
ακολουθώντας το γλυκό τραγούδι των Σειρήνων.
Δε θέλω το χιτώνα! Ο χιτώνας θα βαλσαμώσει την πνοή μου,
τη ψυχή μου,
τη ζωή μου!
Ντυμένη με τη γύμνια μου
βλέπω τον ανθρώπινο τείχο να σαπίζει…
“Dum spiro spero!”
Νέττα
