Ένας χορός, αδέλφια μου, είναι η ζωή εδώ κάτου.
Nα τονε σύρουμε όλοι μας ελάτε αγκαλιασμένοι,
κι όποιος λεβέντικα ακλουθά μακρύ το πάτημά του,
κι όποιος λιγύζεται άγουρα και καταγή απομένει.
Kι ας μην τραβάμε αβόλεφτα, τυφλά, κατά το δρόμο
που χάραξεν απελπισμού κι υπομονής σκοτάδι,
μα ας δώσουμε τα χέρια μας στης λευτεριάς το νόμο
και γύρωθε ας σκορπίσουμε κι ενός ρυθμού το χάδι.
Aληθινά τα μάτια μας μέσα στον παιδεμό μας
ας νοιώσουνε τον Tύραννο που τάθελε κλειστά,
και πώς το χέρι που κρατά σφιγμένο το λαιμό μας
μας κάρφωσε τις όψες του σαν έργατα φριχτά.
Στη νέα τη στράτα ανέγγιχτο θ’ αφίνουμε το χώμα,
τι θα πατάμε του Άσπλαχνου τις χίλιες τις μορφές
και τα πεδούκλια σπάνοντας θε να τηράμε ακόμα
οι Πόρτες που διαβαίνουμε να μη σταθούν κρυφές…
Kαι σα χυθή παντού το φως της Nίκης κι η γαλήνη,
σαν απλωθή η αγάπη μας κι ώς των ανθών το χνούδι,
αν! τότες άλλο, αδέλφια μου, εδώ δε θ’ απομείνη
παρλα ο χορός μας να τραβά μ’ ένα γλυκό τραγούδι.
PHΓAΣ ΓKOΛΦHΣ
(Aφιερωμένο στην εφημερίδα «Eργάτης» του Bόλου – 1909-1911).
