Σαν να ’χε βγει απ’ τη θάλασσα εκείνη την στιγμή,
θάλασσα χείλη και μαλλιά μοσχοβολούσαν,
ως το πρωί, κυμάτιζαν μια θάλασσα τα στήθη.
Ήξερα πως ήτανε φτωχή,
μα δεν μπορείς να κουβεντιάζεις
συνέχεια για τη φτώχεια.
Τραγούδια αγάπης μου ψιθύριζε στο αυτί.
Ποιος ξέρει τι έμαθε,
τι πέρασε μια ολόκληρη ζωή
παλεύοντας τη θάλασσα,
μπαλώνοντας και ρίχνοντας,
μαζεύοντας τα δίχτυα,
για να τσιμπούν τα χέρια της
τα χέρια μου σαν ψάρια.
Τη νύχτα εκείνη γνώρισα,
μέσα στα δυο της μάτια,
πώς ανατέλλει η τρικυμία στα βαθιά.
Μου έμαθαν το κύμα τα μαλλιά της
και πνίγηκα στη θύελλα των ονείρων.
