Έρμα Βασιλείου, «Παλίρροια», «Εν μέσω ξωτικών και ερώτων», «Ο έρωτας όμως», «Απόσταγμα δάκρυ» και «Ιδού η γυνή μην αφήσεις»


ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ

* Το κείμενο αυτό (που έχει υποστεί ελάχιστες διορθώσεις) είναι η ομιλία παρουσίασης των ανωτέρω ποιητικών συλλογών της Ερμας Βασιλείου που έκανα σε σχετική εκδήλωση στην αίθουσα εκδηλώσεων του Oakleigh Grammar, στη Μελβούρνη, την Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2012.

Γράφει ο Ισπανός ποιητής Αντόνιο Ματσάδο, σε ένα από τα γνωστά –ίσως το πιο γνωστό- ποίημά του: “Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος / το δρόμο τον φτιάχνεις περπατώντας”. Κι αυτό πράγματι συμβαίνει με την ιδιαίτερα ερωτική ποίηση της Έρμας Βασιλείου. Η ερωτική της ποίηση, όπως μας δίνεται απλόχερα στις ποιητικές αυτές συλλογές που παρουσιάζονται εδώ σήμερα, είναι σαν ένας δρόμος που αρχικά δεν υπάρχει, που ούτε καν αχνοφαίνεται στην πάχνη της ζήσης μας, που φαντάζει ανεξερεύνητος και αναμένει το διαβάτη ή τους διαβάτες που θα τον ανοίξουν προχωρώντας. Στην περίπτωσή μας, η ποίηση αυτή της Έρμας Βασιλείου είναι σαν ένα τέτοιο δρόμο που δεν υπήρχε πριν μας τη δώσει η ίδια και πριν αρχίσουμε να τη διαβάζουμε, εισερχόμενοι ανεπαίσθητα στα εσώτερά της.

Αυτό συνέβη και με μένα, καθώς διαβάζοντας αυτές τις μικρές ποιητικές της συλλογές που μου εμπιστεύθηκε η ίδια, βρέθηκα κι εγώ στη θέση του διαβάτη του Ματσάδο, αφού διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας όλο και άνοιγε μπροστά μου ένας πρωτόγνωρος, ανεξερεύνητος μέχρι τα τώρα δρόμος, ένας δρόμος άλλοτε ίσιος και άλλοτε με διασταυρώσεις, δρομάκια, παρόδους, λακκούβες και ανισόπεδες διαβάσεις. Εντρυφώντας, λοιπόν, στις πλοκές των ποιημάτων της Έρμας Βασιλείου, κατάλαβα ότι ο δρόμος αυτός είναι ο ίδιος της ο έρωτας που μας αποκαλύπτεται με τα ποιήματα αυτά, συλλογές που θα μπορούσαν να είναι ένα και μόνο βιβλίο, αποτελώντας, κατά τη γνώμη μου, τους κρίκους μιας μακράς αλυσίδας, μια αδιάσπαστη ενότητα.

Στα ποιήματα αυτά η ποιήτρια ιστορεί και προτείνει, αγωνίζεται και αγωνιά, δονεί και δονείται, αγαπά και πάλι αγαπά, ερωτεύεται αναζητώντας και αναζητά ερωτευόμενη.

Δεν είναι ο έρωτας ο κατ’ ανάγκη σωματικός ή αγοραίος. Είναι πρωτίστως ο έρωτας της καθημερινότητας των διαπροσωπικών σχέσεων στις χίλιες τόσες υποστάσεις τους, όπως ορίζονται από τις ανάγκες της κάθε μέρας, είναι ο έρωτας των μεγάλων ή μικρών προσδοκιών, είναι ο έρωτας του καθημερινού κάματου, διανοητικού ή χειρωνακτικού δεν έχει σημασία.

Είναι ο έρωτας των μεταναστευτικών αναγκαστικών ή μη μετακινήσεων, εκτοπίσεων και ό,τι αυτές συνεπάγονται, είναι ο έρωτας των μεγάλων αποστάσεων, είναι ο έρωτας του ανήκειν ακόμα και στις πιο άυλες οντότητες και δόγματα, είναι ο έρωτας της ατέλειωτης συγκομιδής θραυσμάτων από τα οποία μπορεί κάποιος να σχηματίσει ένα συγκεκριμένο είναι μέσα στο περιβάλλον κοινωνικό γίγνεσθαι, σαν το δρόμο του Ισπανού ποιητή Αντόνιο Ματσάδο που λέγαμε πριν.

Είναι ο έρωτας του αγώνα για τη συγκρότηση ύπαρξης μέσα στην πανσπερμία των διαφορετικών όντων και στάσεων ζωής αλλά και θανάτου, η αιώρηση μέσα σε ένα αέναο σύνολο ανθρώπων, χώρων, ιδεολογιών και διαφορετικών και ποικίλων επιπέδων κοινωνικότητας.

Είναι ο έρωτας της προσμονής, της προσδοκώμενης έλευσης μιας θεϊκής ή όποιας άλλης πραγματικότητας ως προϋπόθεσης για μια άλλη, πιο αξιόλογη και πιο δημιουργική ζωή, κινούμενης, φυσικά, ερωτικά, είτε στην πλατωνική είτε στην πιο πραγματιστική –από πρακτικής πλευράς μιλώντας- έκφρασή της.

Είναι η παντοτινή ανάδειξη των καθημερινών τριβών του ίδιου του έρωτα, είναι ο έρωτας του γνωστού και του αγνώστου, ο έρωτας στην κόψη του ξυραφιού, ο έρωτας στο μεταίχμιο, ο έρωτας της απόλυτης αποκάλυψης του ενός προς τον άλλον. Είναι ο έρωτας του πραγματικού και του αψεγάδιαστου, της εξόδου από τα τετριμμένα και της εισόδου στο πολυσχιδές, το πολυκύμαντο και το πολυποίκιλο, ο έρωτας του δοσίματος του απλόχερου και του εκτεταμένου, από την άποψη της ανθρώπινης χειρονομίας.

Είναι ο έρωτας ο μυστηριακός, ο ιδωμένος και βιωμένος μέσα από την αδιαταραξία και την ακινησία, μα και την παντοτινότητα των άστρων του σύμπαντος, της γης και του κάθε τι ζώντος.

Είναι ο έρωτας με τις θρησκευτικές του προεκτάσεις καθώς η ποιήτρια προσεύχεται όχι μόνο να ανακαλύψει τον πραγματικό έρωτα στην όσο γίνεται πιο απλοϊκή και αρχαϊκή μορφή του, αλλά και να τον διατηρήσει ως κόρη οφθαλμού με θρησκευτική -και γι’ αυτό καρτερική- κατάνυξη.

Είναι ο έρωτας ο κατά κάποιον τρόπο άπατρις, ο κοσμογυρισμένος, ο πολυποίκιλος μέσα στην απεραντοσύνη του, ο τριγυρισμένος από ατσίγγανους και χορευτές, από μουσικούς και καλλιτέχνες, από επιτηδευματίες της όποιας ηδονής, πραγματικής ή φανταστικής, από κάθε είδους λάτρεις κάθε τι του ερωτικού μέσα στο υπάρχον, αλλάζοντας τόπους, φωτισμούς και παραστάσεις.

Είναι ο έρωτας μέσα από την ενατένιση και όσο το δυνατόν πληρέστερη κατανόηση της αιώνιας τέχνης των ιθαγενών αυτής εδώ της χώρας, των ιδιαίτερων καθημερινών ασχολιών στις οποίες επιδίδονται με κατ’ εξοχήν ερωτική διάθεση, μέσα από τη φιλοσοφία τους για τη ζωή και το απαράγραπτο και αδιατάρακτο δέσιμό τους με τη γη τους, όχι με βάση τη σχέση εκμεταλλευτή και εκμεταλλευόμενου, αλλά μέσα από μια αλλόκοτα συντροφική συνεύρεση με τον περιβάλλοντα χώρο και χρόνο, τα έμβια και μη όντα που συγκροτούν τον κόσμο γύρω τους.

Διαβάζοντας κανείς τα ερωτικά ποιήματα της Έρμας Βασιλείου που συγκροτούν τις συλλογές αυτές, παρασύρεται σε μια παράξενη αίσθηση καθώς ανακαλύπτει σιγά-σιγά τα διαφορετικά κομμάτια ενός τεράστιου παζλ που ξεκινά από το παρελθόν και ανασυντίθεται στο παρόν, αγωνιώντας να παγιωθεί, δηλώνοντας ερωτευμένη να κατακτήσει το μέλλον. Η αίσθηση αυτή προϋποθέτει την άρρηκτη σύνδεση του ερωτικού με το αυστηρά προσωπικό και τανάπαλιν.

Οπότε, επανέρχομαι στο στίχο-επίκκληση του Αντόνιο Ματσάδο που παρέθεσα στην αρχή: η Έρμα Βασιλείου ανοίγει νέους δρόμους εκ του μη υπάρχοντος, από το μηδέν, από το τίποτα. Δημιουργεί τέχνη όχι εκ του μακρόθεν, αλλά εκ του πλησίον, ως άμεση συμμετέχουσα στη διαδικασία κοινωνικοποίησης του εαυτού της.

Η παράθεση, συγκρότηση και επέκταση του ερωτικού ποιητικού λόγου της Έρμας Βασιλείου ακολουθεί την ανέλιξη της καθαρά προσωπικής της διαδρομής, τις εσωτερικές της μετατοπίσεις, τις εξωτερικές της επιδράσεις, κάθε τι που συνίσταται στη δημιουργία του ατόμου της, της ίδιας της υπόστασής της. Ο ερωτικός της λόγος είναι η ίδια της η προσωπική ζωή. Έτσι όπως διερευνητική, ευθύβολη, τολμηρή και αντισυμβατική είναι η ζωή της, έτσι είναι και ο ποιητικός της λόγος. Η ποιητική της τέχνη αντανακλά κυριολεκτικά τη ζωή, έτσι όπως την έζησε μέχρι τώρα, ίδια και απαράλλαχτη, δεν ξεφεύγει ούτε χιλιοστό απ’ αυτήν. Τολμώ να πω –και θα το διαπιστώσει όποιος ή όποια μελετήσει εναργέστερα την ποίηση της Έρμας Βασιλείου- ότι η ποίησή της έχει την εμβέλεια μιας αταλάντευτης στάσης ζωής, όπου ο έρωτας γίνεται συνώνυμο του αγώνα για την αναζήτηση της όποιας αλήθειας και της ευγενικής εκ μέρους της προσπάθειας να μεταδώσει αυτήν την προσδοκία σε όσους θέλουν πράγματι να μυηθούν σε αυτήν.

O έρωτας επηρεάζεται αποφασιστικά από τις αισθήσεις της ζωής και του θανάτου, της παρουσίας και της απουσίας, του διαλόγου και της σιωπής, της έκστασης και του σπαραγμού, της φαντασίας και της πραγματικότητας, της εμπιστοσύνης και της ζήλειας, τις αισθήσεις της όποιας ακμής και τους κραδασμούς της αναπάντεχης αλλά καθοριστικής παρακμής.

Ο έρωτας μπορεί να καθοριστεί από πληγές αλλά και από χαρές, από τον πόνο αλλά και από τη γλυκιά αίσθηση της ένωσης, από την οδύνη αλλά και από την ηδονή, από την παθιασμένη επιθυμία για ζωή αλλά και από την προσδοκία του χαμού. Είναι τραγικότητα μικρή ή μεγάλη. Η διαλεκτική σχέση όλων αυτών, ίσως και άλλων, συνιστά το ερωτικό πάθος. Όποιος δεν έχει ζήσει την ένταση και τις βαθιές ενδοχώρες της ερωτικής αβύσσου παραμένει αποκομμένος από τον κόσμο του πνεύματος και της σάρκας, από τις γνήσιες και αυθεντικές παρορμήσεις της ψυχής. Γιατί το ερωτικό πάθος δεν γκρεμίζει απλώς κοινωνικές συμβάσεις, ηθικά κάστρα και θρόνους στερεότυπων.. Θέτει σε εφαρμογή το πνεύμα και την ψυχή σε μια διαδικασία βαθύτερης γνώσης του εαυτού μας και του εσώτερου ή περιβάλλοντος κόσμου μας: είναι η δυνατότητα του ανθρώπου να είναι ο εαυτός του και η ικανότητά του να γνωρίσει ενδελεχώς τον κόσμο.

Υπό αυτή την έννοια κατανοώ εγώ προσωπικά τις ερωτικές συλλογές της Έρμας Βασιλείου.

Ως κατακλείδα όλων όσων ανέφερα, θα ήθελα, τελειώνοντας, να αναγνώσω το ποίημα που έγραψα και που ακολουθεί, το οποίο –ας μου επιτραπεί- το θεωρώ κατά κάποιο τρόπο… κλεψίτυπο μιας και αποτελείται κατά 98% από τους τίτλους των ποιημάτων που συγκροτούν την ποιητική συλλογή “Παλίρροια”. Χωρίς να θέλω να μειώσω στο ελάχιστο τις υπόλοιπες συλλογές, τολμώ να ομολογήσω ότι η συλλογή αυτή αποτελεί το επιστέγασμα και ίσως το νοητό νήμα που συνδέει όλες τις υπόλοιπες.

Το ποίημα αυτό έχει, λοιπόν, ως ακολούθως:

Κοχλάζουν σαν παλίρροια
οι νότες σε γλυκό στόμα
ακινησία λίγο πριν τη σιωπή

να αναζητήσεις
τα χρώματα του λόγου
να εξακριβώσεις
το χιτώνα του έρωτα
σαν σκηνικό για μια πράξη

το ανέραστο είναι λογόφραχτο
και πρέπει να αποδράσεις δια βίου
πριν εξαϋλωθεί η δόξα της γραφής
πριν χαθεί η αυγή
να επιδοθείς στο κέντημα της αγάπης

τι άλλο μένει παρά δυό σκέψεις
να επιδράσουν ως άλλη λέκυθος
κόντρα στην αιχμαλωσία
στο κρασί που εξαφανίζει
γιατί δεν υπάρχει θάνατος
και όσα γράφτηκαν στην άργιλο
είναι τραγούδι αδέσμευτο
θραύσματα που συμπλέκονται

δεν είναι καλαμιά στον κάμπο
στο πέρασμα μιας άνοιξης
είναι παλίρροια μικρών μυστικών
γραμμένων στην καλύβα σου
καθώς ο άνεμος απολογείται
μπρος στην αιχμαλωσία της ενημέρωσης

ένα αδέσμευτο αύριο
ένα μακρόχρονο απόγευμα
να αναζητάς…

Leave a comment