Εγγυμονούσε
κινδύνους, κι όμως έπρεπε
στο πεζοδρόμιο να κατέβει.
Με τη λαμπρή στολή,
δεν θα ευδοκιμούσε
ανάμεσα στ’ ανυπόταχτο πλήθος,
θ’ αποδοκιμαζόταν
με τη κραυγή — Λαοκρατία.
Κι είχε αποτύχει
η τελευταία επιστράτευση.
Κι οι υπηρεσίες αγωνιούσαν
μπρος στη
πρωτάκουστη απροθυμία.
Η ξένη γυναίκα
και τα λάφυρα
στη σύγκρουση
δεν σπρώχναν κανένα.
Τότες,
κι αφού η ολιγαρχία
δεν έφερε
σπουδαίες αντιρρήσεις,
ο Κωνσταντίνος
είδε το «θεό τους».
Είταν μεσημέρι.
Το φως πολύ.
Η παράδοση
των όπλων σύντομη.
Η συζήτηση ανύπαρκτη.
Μια λέξη μονάχα. «Νίκη».
Έτσι τουλάχιστον είπε.
Την επομένη
«ηθικού ερείσματος υπάρχοντος»
άρχισε η κατασκευή
των δια της βίας χριστιανών
και των χτιρίων
και βέβαια η μάχη.
Ένας φονιάς.
κηρύχτηκε «ισόθεος».
Η Τάξη του κέρδισε.
Και ξαναπέθανε
η επανάσταση.
*Από την ποιητική συλλογή “Η Πράξη”, Πύργος Ηλείας 1985.
