Άννα Ιωαννίδου, Δύο ποιήματα


ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ

Σε κρατώ Πάτροκλε, ένδοξε φίλε μου.
Ο χρόνος έχει παγώσει κι εγώ αρνούμαι να δεχτώ την απώλεια.
Όρνια μανιασμένα οι Τρώες μάχονται για το νεκρό κορμί σου.
Θέλουν να ξεριζώσουν την καρδιά σου,
ν’ακρωτηριάσουν το σώμα, να σ’ατιμάσουν.
Και να οι κραυγές μου στεντόρειες. Αστραπή πόνου σείει την Τροία.
Οργισμένος, διψώ για εκδίκηση.
Όρκος στους Θεούς, ο Έκτορας θα πνιγεί στο αίμα του
κι οι βέβηλοι θα γευτούν την φλόγα απ΄το κοντάρι μου.

ΛΥΤΡΩΣΗ

Είμαι έτοιμος πια.
Τυφλός από πάθος και μίσος αδυσώπητο.
Δεύτερη σκέψη δεν υπάρχει. Μονόδρομος η επιστροφή στη μάχη.
Θεοί κι θνητοί αδύναμοι μπρος στ’ ασυγκράτητο μένος μου.
Ανοιχτοί τάφοι «περιμένουν» τους Τρώες.
Άλικο θα τρέχει το νερό στον Σκάμανδρο. Βουνό από πτώματα!
Τώρα νεκρός ο Έκτορας δεμένος στ’ άρμα μου
κι εγώ τον σέρνω, χωρίς οίκτο, γύρω απ’ τα τείχη.
Κοράκια κρώζουν γύρω απ΄ το κουφάρι του κι ο Πρίαμος μ’ ικετεύει…
Όμως εσένα με τα χέρια μου θα σε θάψω Πάτροκλε,
όπως σ’ αξίζει, με τιμές ήρωα.

*Α΄ έπαινος στον Α’ διεθνή λογοτεχνικό διαγωνισμό Πελασγίας Φθιώτιδας με θέμα “Αχιλλέας ομηρικός ήρωας”.

Leave a comment