Η μαρτυριάρα όσφρηση
μου αποκαλύπτει το ναυάγιο της εγκάρδιας λειτουργίας μου,
εμού, του μελανόμορφου ασθενή,
που σθεναρά απεγνωσμένος
και προσηλωμένος στην οσμή της αφέντρας του
παλεύει με την ερημωσήνη σαν φτυάρι
που προσπαθεί να την υποσκάψει…
Δέν πάω πουθενά.
Το αλληλούια της αγκαλιάς της Κυράς μου,
με προστάζει να μήν συνεχίσω.
—–
Τελειώνουν τα ταξίδια τα μεγάλα
κι άρχισε να κλείνει και η πληγή
που κατοικεί εντός μου…
Κι ο συνταξιδιώτης άνεμος περίλυπο όπου με συναντάει,
πως δέν υπάρχει άλλη σήραγγα να θέλγει τα γόνατά μου,
μου μηνάει…
——
Κι όπως καθούντανε πάνω στο πέτρινο στασίδι΄
περιμένοντας να την προσπεράσουν
οι τορπιλισμένες μαούνες της ηδονής
τέντωσε το δάχτυλο
και χάραξε στην τούρτα το αυλάκι της αμαρτίας
-ποιός δεν το ‘χει κάνει-
η γλώσσα της γέμισε ξεφλουδισμένες λέξεις
οι στιγμές της ηρεμίας της λυντσαρίστηκαν μέχρι θανάτου
εσηκώθη
μά ζαλίστηκε.
Τότε κατάλαβε τίς ορμήνειες του ποιητή.
”Το φώς που μας φωτίζει απο ψηλά
είναι φανέλα ναύτη”
——
Εχω μπεί σε πολλά παραμύθια…
κι ενώ ήξερα το τέλος του παραμυθιού
προσπαθούσα να το παραποιήσω…
ενώ ήξερα…πως δεν μπορώ…
καθόμουν μέσα στη γυάλινη σφαίρα του παραμυθιού…
νόμιζα πως δέν μπορούσαν να με δουν απέξω…
αλλά έκανα λάθος…
δέν μπορούσα να δώ εγώ έξω…
οι άλλοι με έβλεπαν καθαρά…
Η αλήθεια μετράει για όσο την αντέχεις…
γι’ αυτό τις ερωτήσεις που θα κάνεις να προσέχεις…
*Οι στίχοι και η εικόνα της ανάρτησης προέρχονται από τη σελίδα του καλού φίλου και παλιού συντρόφου Σπύρου από τη σελίδα του στο facebook.
