Αρθούρος Ρεμπώ, Πείνα

Και να’ χα όρεξη,
μόλις και μετά βίας
Γεύση γης και πέτρας
Πάντα ελαφρά γευματίζω
Χωρίς να εξαντλώ το βράχο, το κάρβουνο και το σίδερο.
Η πείνα μου ανάβει,
Τροφή, πείνα, Του αγρού ο ήχος
Ρουφήξτε το ζωντανό φαρμάκι Βοτανίζοντας.
Φάτε τις πέτρες που αυτός σπάζει
Αρχαίες πέτρες εκκλησιών
Βότσαλα κατακλυσμών παλαιών,
καρβέλια σπαρμένα σε γκρίζες κοιλάδες.
***
Κάτω απ’ τις φυλλωσιές
ο Λύκος ούρλιαξε φτύνοντας φτερά πολύχρωμα
από το συμπόσιο των πτηνών
κι όπως αυτός, ίδια καταβροχθίστηκα.
Φρούτα και χορταρικά έτοιμα να συλλεχθούν
Αλλά η αράχνη στο φράχτη απάνω
τρώγει βιολέτες μόνο.
Έτσι αποκοιμήθηκα!
Έτσι θυσιάστηκα
Στους βωμούς του Σολόμωντα
Ποτίζοντας το χώμα με σκουριά
Και ανθίζοντας Κέδρους.

Leave a comment