Αντρέι Βοζνεσιέσκι, Μπαλάντα παραβολική

Σαν πύραυλος πετάγεται η ζωή μου και διαγράφει,
μες στο σκοτάδι μια παραβολή.
Σαν όπως όχι ουράνιο τόξο.
Κι αν σαν, κανένας ταξιδιώτης μην το δει.
Υπήρχε κάποτε ένας κόκκινος ζωγράφος, ο Γκωγκέν.
Πρώην έμπορος, μετέπειτα μποέμ.
Ξεκίνησε να πάει στο Λούβρο απ’ της Μονμάρτης τα στενά,
κι έφτασε μέχρι τη Σουμά-
τρα-βήχτηκε από την τρέλα
του πλούτου, την βρωμιά των ειδικών κι εκείνη την κοπέλα
που γάβγιζε ξωπίσω του. Ο άνθρωπος ξεπέρασε
τη φυσική βαρύτητά του.
Το ιερατείο γέλασε και ξέρασε
τη μπύρα που είχε πιει, φαρμάκι για την «απείθειά» του:
«Η συντομότερη οδός είναι η ευθεία
κι η απλούστερη ασφαλώς.
Καλύτερα ν’ ασχοληθεί με τα λουλούδια στα καδράκια,
που προτιμά ο λαός».
Αυτός λοιπόν, σαν πύραυλος έγινε πάραυτα καπνός.
Ανάερα, ξεσκίζοντας αυτιά, σακάκια.
Δε εισέβαλε στο Λούβρο από την πόρτα ευπρεπώς.
Διέγραψε παραβολή
κι έκανε το πάτωμα αυλή!
Με βάση την παράμετρό του καθένας φτάνει στην αλήθεια.
Ο άνθρωπος παραβάλλοντας και σέρνοντας τα σαμιαμίθια!
Κάποτε ζούσε ένα κορίτσι στο διπλανό μας σπίτι.
Είχαμε κοινό το πάθος των βιβλίων.
Τι μ’ έπιασε και χάθηκα
θύμα μιας άρρωστης μανίας
μέσα στ’ αβέβαια, σκοτεινά
αστέρια της Γεωργίας;
Ζητώ συγνώμη, ειλικρινά, για κείνη την ανόητη παραβολή,
αλλά τι πρόβλημα είχε με τους ώμους που τρέμουν μες στης νύχτας την ομί-
χλη; Δες, τα δαχτυλίδια σου, στου σύμπαντος την τραγική
σιωπή, είναι μια αντένα ίσια, ελαστική.
Στο μεταξύ,
ακούω φωνή
να με καλεί
τρεμοσβηστή
από τη γη.
Φτάνω, πετώ
να πέσω εδώ.
Δεν είναι τόσο εύκολο με μια παραβολή!
Για να σβήσεις παραδόσεις, αξιώματα, προγνώσεις και τα συναφή
(τέχνη, ιστορία, αγάπη, αισθητική),
πρέπει να πάρεις, όσο να ’ναι, δρόμους παραβολικούς.
Όπως το ακούς!
Τώρα εκείνη πάει στη Σιβηρία. Ταξιδάκι αναψυχής!
……………………………………………………………………
Ε, δεν μπορείς να πεις!
Τουλάχιστον απέφυγε τη φασαρία
μιας μακρινής παραβολής.

*Από την Ανθολογία του Γιώργου Μπλάνα, Δύστηνος έγκειμαι πόθω (Ερωτικά ποιήματα 630 π.Χ.-1963 μ.Χ.)

Leave a comment