Ο γέρος άφησε την μπύρα του.
Παιδί μου, είπε,
(κι ένα κορίτσι ήρθε στο τραπέζι μας
και κάθισε και ζήτησε -μα τω Θεώ- να την κεράσουμε ένα ποτό.)
Παιδί μου, θα σου πω
κάτι που δεν είπα σε κανέναν.
(και το κορίτσι είπε, δεν έχω πού να πάω απόψε.
Θέλεις να πάμε σπίτι σου;)
Θα σου πω
πώς συναντήθηκε με τον Θεό
η μάνα μου (κι εγώ είπα στο κορίτσι, ψιθυριστά: δεν έχω
δωμάτιο, αλλά μπορεί…)
Πήγε εκεί πέρα, στην κορφή του κόσμου
κι ήρθε εκείνος κατευθείαν κοντά της και της είπε:
λοιπόν, γύρισες σπίτι επιτέλους.
(τι μπορεί;
Να, μπορούμε να μείνουμε εδώ και να μιλάμε.)
Η μάνα μου άρχισε να κλαίει κι ο Θεός
την αγκάλιασε.
(για ποιο πράγμα;
Α, έτσι, κουβέντα να γίνεται… κάτι θα βρούμε.)
Είπε πως ήταν σαν ομίχλη που σκέπασε το πρόσωπό της
και χύθηκε παντού ένα φως και μια γλυκιά φωνή της είπε:
πάψε τώρα να κλαις.
(μα τι μπορεί να λέμε όλη νύχτα;
και είπα πως δεν ήξερα.)
Πάψε τώρα να κλαις.
*Από την ανθολογία του Γιώργου Μπλάνα, Δύστηνος έγκειμαι πόθω (Ερωτικά ποιήματα 630 π.Χ.-1963 μ.Χ.)

