Nelly Sachs, Δύο ποιήματα

Σκηνή απ’ το παιχνίδι της αγρύπνιας

Ποιος όμως άδειαζε την άμμο απ’ τα υποδήματά σας.
Όταν έπρεπε να σηκωθείτε για να πεθάνετε.
Την άμμο, που έφερε ο Ισραήλ στην πατρίδα.
Τη δική του άμμο της πορείας;
Την καυτή άμμο του Σινά,
Ανάμεικτη με τα λαρύγγια των αηδονιών,
Ανάμεικτη με τα φτερά της πεταλούδας,
Ανάμεικτη με τη σκόνη της νοσταλγίας των φιδιών,
Ανάμεικτη με ό,τι απέμεινε απ΄ τη σοφία του Σολομώντα,
Ανάμεικτη με την πικρίλα του μυστικού του Vermut –

Ω εσείς δάχτυλα
Που αδειάζατε την άμμο απ’ τα υποδήματα των νεκρών,
Αύριο κιόλας θα γίνετε σκόνη
Στα υποδήματα των επιγόνων!

Σε σας που χτίζετε το καινούργιο σπίτι

Όταν θα στήσεις πάλι τους τοίχους σου –
Την εστία σου, την κλίνη σου, το τραπέζι και το κάθισμα –
Μην κρεμάς τα δάκρυά σου γι’ αυτούς που έφυγαν,
Που δεν θα κατοικήσουν ποτέ μαζί σου
Στην πέτρα
Ούτε στο ξύλο –
Αλλιώς θα έχει δάκρυα ο ύπνος σου
Ο σύντομος, που σου απομένει.

Μη στενάζεις όταν στρώνεις το κρεβάτι σου,
Γιατί θα σμίξουν τα όνειρά σου
Με τον ιδρώτα των νεκρών.

Αχ, είναι οι τοίχοι και τα σκεύη
Δεκτικά όπως οι άρπες του ανέμου
Κι όπως ένας αγρός, που μέσα του μεγαλώνει ο πόνος σου,
Και νιώθουν τη συγγένεια σου με τη στάχτη.

Χτίσε, όταν σταλάζει η ώρα στην κλεψύδρα,
Αλλά μην κλαις για τα λεπτά που φεύγουν
Μαζί με τη σκόνη, Που σκεπάζει το φως.

Η Nelly Sachs γεννήθηκε το 1891 στο Βερολίνο και πέθανε το 1970 στη Στοκχόλμη. Το 1966 της απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ, Το πρώιμο έργο της αγνοείται, χαμένο στους σκοτεινούς καιρούς του Ναζισμού. Αμέσως μετά την κήρυξη του πολέμου κατέφυγε στη Στοκχόλμη. Στα ποιήματά της αναφέρεται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, σε «επιτύμβιες στήλες γραμμένες στους αιθέρες που τους σκεπάζει το φως». Οι δήμιοι και όλοι που γνώριζαν και συμμετείχαν δεν συγχωρούνται, αλλά και δεν απειλούνται. Στο έργο της Sachs δεν υπάρχει ούτε μία λέξη μίσους, πρέπει όμως να σωθεί η φρίκη του παρελθόντος για το μέλλον. Η γλώσσα της έχει τις ρίζες της στα βιβλία των Προφητών, των Ψαλμών, της Τορά και των θρύλων του Χοσιδισμού.

*Από το περιοδικό Ένεκεν» Νο 21, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2011, σελ. 157-158.

Leave a comment