Επιστολή
Έχω να πω τόσα πολλά, κι όμως ξέρω πως δεν θα τα καταφέρω να πω τίποτα. Φοβάμαι ότι η μοναξιά είναι πιο κοφτερή ανάμεσα στους γνωστούς, μέσα στην οικειότητα των προσώπων και των δρόμων. Οι τοίχοι του δωματίου μου δεν λιώνουν ποτέ όταν είναι κάποιος άλλος στο δωμάτιο. Έτσι περιμένω τα βράδια· τότε καμιά φορά προσεύχομαι κοιτάζοντας χαμηλά ή κλείνοντας τα μάτια. Το απόλυτο πάλλεται μες στο κεφάλι μου και μ’ εξουθενώνει· τόσο που καμμιά φορά νομίζω πως όλα τα μελίσσια του κόσμου θέλουν να φτιάξουν τις κυψέλες τους μέσα στο μυαλό μου.
μέλι
Τα πρωινά κοιμάμαι. Δεν έχω όρεξη να ζω άλλο εδώ· ψάχνω για σπίτι (μάλλον όταν θα κατέβεις, θα με βρεις να μένω μόνος μου). Δεν γράφω πολύ, μεθώ όμως τακτικά, περπατώ πολύ, συνήθως μόνος, αράζω σε μπαρ μόνος, κάνω ασκήσεις τηλεπάθειας, αγαπώ (θέλω να προλάβω να το κάνω καλά, όλο και καλύτερα). Είναι στιγμές που δεν φοβάμαι τον θάνατο…
θάνατος
Υποκρίνομαι όπως πάντα, φρικάρω με τον εαυτό μου, παραλογίζομαι. Γδέρνομαι σε μια δυο αληθινές φιλίες και σ’ έναν έρωτα. Απλώνω τα χέρια μου στον ουρανό, ζω, δεν ζω, έχω δύναμη, δεν έχω, είμαι ευτυχισμένος,
πυγολαμπίδες
είμαι δυστυχισμένος, είμαι εγώ σε μιαν άκρη του σύμπαντος, είμαι εγώ σκυμμένος πάνω απ’ την άβυσσο, είμαι εγώ ταπεινός και αλαζόνας, είμαι εγώ συρματοπλέγματα γύρω στον πολτό της θάλασσας
