Μοιραία
Μοιραία αναπαύεσαι
Εικόνα μου
Εκεί στα βάθη μου,
στης κάμαρας την άκρη.
Φωτίζει το κερί το πρώτο
θέλω μου,
το επιπλέον μου
φανούς προστάζει.
Ζυμώνει την ψυχή μου
η εντέλεια,
ζωή μου υπέργεια
μη σε διχάζει.
Μοιραία σαν ξυπνά
το πρώτο θέλω μου,
φέρει το πνέω μου
δε με τρομάζει.
Αέναη Ομοιότητα
Τα καρφιά, τα καρφιά!
Τρυπούν το σάκο μου
την κοιλιά τη γεμάτη
νερό κι’ αλάτι, ταράζουν.
Όνειρο στάζει στη διαδρομή μου,
γεύση ζωής.
Να περιγράψω το όραμα θέλω,
μέσα στην εξόριστη σιωπή μου
και μια καινούρια προσευχή
τη γύμνια μου, για να ντύσω.
Σε μια γραμμή όλη μου η σκέψη,
άναρχα ανηφορίζει
Γραμμή του Ισημερινού,
Γραμμή της Νιότης,
Γραμμή της Μνήμης,
Της Ηδονής Γραμμή
αυτή, ήταν η ζωή μου.
Οι φωνές, οι φωνές!
Τα γέλια και τα κλάματα
όμοια η εξόριστη αυγή.
Από το ίδιο υλικό φτιαγμένοι,
κολυμπήσαμε μαζί στο αθέατο,
γεννιόμαστε μόνοι στο ορατό.
Τα καρφιά, τα καρφιά!
Μη λησμονάμε.
Αυτά, είναι η ζωή
αυτά και ο θάνατος.
*Από την ποιητική συλλογή “Εν Πορεία”, εκδ. Γιάννης Πικραμένος, Πάτρα 2010.
